Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

Το δωρο του Χριστου!!!!


Ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος στὴ σπηλιὰ τῆς Βηθλεὲμ...


Νύχτα Χριστουγέννων. Ἕνας ἅγιος καὶ σοφὸςἀσκητὴς προσεύχεται ἀπὸ ὥρα γονατιστὸς μέσα στὸ ἅγιο Σπήλαιο, στὴ Βηθλεέμ. Στὸ σπήλαιο ποὺπρὶν ἀπὸ περίπου 400 χρόνια εἶχε φιλοξενήσει τὸν νεογέννητο Χριστό μας. Ὁ ἀσκητὴς δὲν εἶναι ἄλλοςἀπὸ τὸν μεγάλο Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας μας, τὸνἅγιο Ἱερώνυμο, ποὺ κατέγραψε καὶ τὰ ὅσα συνέβησαν ἐκεῖ.
Ἐκείνη τὴ νύχτα ὁ Ὅσιος εἶχε ἀφήσει τὸ ἀσκητήριο του, ποὺ ἦταν κοντὰ στὸ ἅγιο Σπήλαιο, καὶ εἶχε ἀποφασίσει νὰ τὴν περάσει ξάγρυπνος καὶ προσευχόμενος μπροστὰστὴν ἁγία Φάτνη.
Ἡ καρδιά του ἦταν γεμάτη εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴ μεγάλη δωρεὰ τοῦ Θεοῦ: νὰ ἔλθει ὁ Ἴδιος στὴ γῆ, νὰ γίνειἄνθρωπος, γιὰ νὰ μᾶς γλυτώσει ἀπὸ τὴ δουλεία τῆς ἁμαρτίας, ἀπὸ τὴν τυραννία τοῦδιαβόλου καὶ τὰ νύχια τοῦ θανάτου!
Ἀπόλυτη σιωπὴ ἐπικρατοῦσε μέσα στὴ νύχτα στὸν ἱερὸ χῶρο...

Ξαφνικὰ ἀκούστηκε νὰ προφέρει τὸ ὄνομά του μιὰ γλυκιὰ φωνή:

–Ἱερώνυμε!

Ξαφνιάστηκε ὁ Ὅσιος... Κοίταξε παραξενεμένος γύρω του... Τίποτε... Δὲν ὑπῆρχε κανείς.

–Ἱερώνυμε! ξανακούστηκε ἡ φωνή...

Ναί! Ἐρχόταν ἀπὸ τὴν ἁγία Φάτνη... καὶ ἔκανε τὴν καρδιά του νὰ τρέμει συγκλονισμένη.

–Ἱερώνυμε, τί δῶρο θὰ μοῦ κάνεις ἀπόψε στὴ γιορτή μου;

Ἦταν πράγματι ἡ γλυκιὰ φωνὴ τοῦ Ἰησοῦ.

Ξέσπασε σὲ λυγμοὺς ὁ Ἅγιος:

–Ὦ Κύριε, τὸ ξέρεις ὅτι γιὰ Σένα τὰ ἄφησα ὅλα: τὸ παλάτι τοῦ αὐτοκράτορα, τὰ μεγαλεῖα τῆς Ρώμης, τὶς ἀνέσεις. Ἡ καρδιά μου, ἡ σκέψη μου, ὅλα σὲ Σένα εἶναι στραμμένα! Τί ἄλλο μπορῶ νὰ Σοῦ προσφέρω; Δὲν ἔχω τίποτε!

–Καὶ ὅμως, Ἱερώνυμε, ἔχεις κάτι ἀκόμα ποὺ μπορεῖς καὶ πρέπει νὰ μοῦ τὸ προσφέρεις... Αὐτὸ θὰ μὲ εὐχαριστήσει πιὸ πολὺ ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα, καὶ αὐτὸ θέλω...

Ἔπεσε σὲ συλλογὴ ὁ Ὅσιος... Πέρασαν λίγα λεπτὰ καὶ μετὰ τόλμησε νὰ ψελλίσει:

–Κύριε, δὲν βρίσκω κάτι... Πές μου, τί θὰ μποροῦσα ἀκόμη νὰ Σοῦ προσφέρω καὶ δὲν μπορῶ νὰ τὸ σκεφτῶ;

Μεσολάβησε μικρὸ διάστημα σιγῆς καὶ ἡ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ ξανακούστηκε:

–Ἱερώνυμε, τὶς ἁμαρτίες σου θέλω. Δῶσε μου τὶς ἁμαρτίες σου!

–Τὶς ἁμαρτίες μου; Τί νὰ τὶς κάνεις, Κύριε, τὶς ἁμαρτίες μου;

–Θέλω τὶς ἁμαρτίες σου γιὰ νὰ σοῦ τὶς συγχωρήσω, ἀφοῦ γι᾿ αὐτὸ ἦρθα στὸν κόσμο, ἀπάν­τησε ὁ Ἰησοῦς καὶ ἐπικράτησε βαθιὰ σιωπή.

Συγκλονισμένος ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος ἄ­­­φησε τὰ δάκρυά του, δάκρυα εὐγνωμοσύνης, νὰπλημμυρίσουν τὸν ἱερὸ χῶρο ὅλη τὴ νύχτα.

Ἄφησε καὶ σὲ μᾶς τὴν ἔμπρακτη παραγγελία νὰ μὴ λησμονοῦμε κάθε Χριστούγεννα τὸὡραιότερο δῶρο πρὸς τὸν Σωτήρα μας, τὴ μετάνοιά μας γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Αὐτὸς εἶναι ὁκαλύτερος ἑορτασμὸς τῆς μεγάλης ἑορτῆς...

Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

τελικα λοιπον ηταν...Αγιος

Κοιτάζω και ξανακοιτάζω την εικόνα του Γέροντα Πορφυρίου- του Αγίου Πορφυρίου, όπως ακούω να τον λένε οι πιστοί ολόγυρά μου. Κοιτάζω την αγιογραφία του με το φωτοστέφανο και νοιώθω ανόητη. Θεέ μου πόσο ανόητη! Ήταν Άγιος λοιπόν εκείνος ο γέροντας που με υποδεχόταν χωρίς να μιλά όταν έμπαινα στο κελάκι του τρομαγμένη; Ήταν άγιος εκείνο το γλυκό, υπομονετικό γεροντάκι που σεβάστηκε πάντα την άρνησή μου να ακούω συμβουλές τύπου Κατηχητικού και δε μου έδωσε ποτέ καμιά τέτοια συμβουλή; Ήταν Άγιος λοιπόν! Κι εγώ νοιώθω ανόητη γιατί πάντα ήξερα ότι ήταν Άγιος, κι όμως τον φοβόμουν. Ένα παιδί ήμουν όταν τον γνώρισα, με όλα τα θέματα που έχει ένα παιδί που μπαίνει σε μια άγρια μαύρη εφηβεία. Ένα παιδί, μεγαλωμένο με χριστιανικές αρχές που όμως ήθελε να τις γκρεμίσει γιατί δεν του άρεσαν, δεν το ικανοποιούσαν, το καταπίεζαν. Τέτοιο παιδί ήμουν όταν γνώρισα το Γέροντα, γι’ αυτό και καταπιεζόμουν όταν έπρεπε να ακολουθήσω την οικογένειά μου που λαχταρούσε να τον επισκεφτεί. Εκείνα τα Κυριακάτικα μεσημέρια όταν έπρεπε να βγάλω τα αγαπημένα μου τζιν και να φορέσω τη φούστα για να πάω να του φιλήσω το χέρι με εξόργιζαν. Τη θυμάμαι αυτή την οργή που έσκαγε μέσα μου σιωπηλά – γιατί δεν τολμούσα να πω ότι δεν ήθελα να τον δω. Δεν τολμούσα γιατί μέσα μου ήξερα ότι ήταν Άγιος- πώς να αρνηθώ την ευχή ενός τέτοιου ανθρώπου; Κι από την άλλη τον φοβόμουν που ήταν Άγιος. Στην αρχή φοβόμουν γιατί ένοιωθα ότι ήξερε τις σκέψεις και τις πράξεις μου και έτρεμα μην τις αποκάλυπτε στη μαμά μου… Κι όταν κατάλαβα ότι δεν αποκάλυπτε τίποτα, πάλι τον φοβόμουν γιατί πίστευα ότι με έκρινε για όσα είχα κάνει, όσα είχα πει, για ότι ήμουν, ότι δε με ενέκρινε για φιλαράκι του – και γιατί να το έκανε άλλωστε; Είχε ήδη εγκρίνει για φιλαράκια του την αδερφή μου, τη μαμά μου, το μπαμπά μου. Σ’ εκείνους μιλούσε, τους καλωσόριζε, τους έδινε το σταυρό που κρατούσε στο χέρι να τον φιλήσουν. Σε μένα δεν το έκανε… δεν άπλωνε το χέρι να του το φιλήσω… πλησίαζα μόνη μου, τρομαγμένη, καταπιέζοντας τον εαυτό μου να το κάνω και πάντα έφευγα με τρόμο ότι δεν με είχε δεχτεί. Ώσπου ένα μεσημέρι Σαββάτου , η μαμά μου ζήτησε επιτακτικά να ετοιμαστώ για να πάμε στο Γέροντα. Ήθελα να της πω ότι δεν ήθελα να έρθω μα δεν τόλμησα. Κι έτσι φώναξα ότι ήθελα να έρθω με το παντελόνι. Η μαμά μου ήταν ανένδοτη κι έτσι μπήκα οργισμένη στο δωμάτιό μου και πίσω από την ασφάλεια της μοναξιάς μου τον έβρισα. Τον έβρισα τόσο, που μετά από τόσα χρόνια ακόμα ντρέπομαι για όσα είπα μονάχη στο δωμάτιό μου. Μετά, βγήκα φορώντας τη φούστα μου, μπήκα στο αυτοκίνητο, σιωπηλή και πάντα με την ίδια οργή μέσα μου. Όταν φτάσαμε στο κελάκι του, μπήκαμε όλοι μέσα – εγώ απλά τυπικά θα του φιλούσα το χέρι και θα έφευγα τρέχοντας έξω. Εκείνο το απόγευμα ήταν η πρώτη φορά που με χαιρέτησε με το όνομά μου. Έλα Μάρω μου είπε και μου άπλωσε το χέρι. Θεέ μου πόσο μου άρεσε που άκουσα τη φωνή του να με λέει όπως με φώναζαν οι φίλοι μου! Και πόση ανακούφιση αισθάνθηκα, με την υποδοχή του! Ασφαλώς για να με υποδεχτεί έτσι για πρώτη φορά, ενώ εγώ είχα ξεσπάσει εναντίον του στο δωμάτιό μου, μάλλον δεν ήταν Άγιος. Μάλλον δεν ήξερε τι είχα πει…
Κι εκεί που πήγα μια ανάσα ανακούφισης τον άκουσα να μου λέει στοργικά- πολύ στοργικά: Μάρω θα μπορούσες να βγεις λίγο έξω, για να μιλήσω στο μητέρα σου;
Καλύτερα να άνοιγε η γη να με καταπιεί εκείνη την ώρα! Ήμουν σίγουρη ότι, ως Άγιος, όχι μόνο είχε ακούσει όλα όσα είχα ψιθυρίσει, αλλά θα τα έλεγε όλα στη μαμά μου! Βγήκα με την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή κι όση ώρα περίμενα απ έξω είχα ετοιμάσει στη σκέψη μου την άμυνά μου: είχα φορτώσει κι ήμουν έτοιμη για μάχη! Κι όμως καμιά μάχη δε συνέβη. Δεν ξέρω τι της είπε, ξέρω όμως ότι όταν βγήκε από το κελάκι η μαμά μου μού ζήτησε συγγνώμη χωρίς να μου εξηγήσει γιατί. Ξέρω ακόμα ότι δεν μου επέβαλε ποτέ ξανά να πάω μαζί τους στο Γέροντα. Μόνη μου πήγαινα, από ντροπή, γιατί δεν άντεχα στην ιδέα ότι δεν ήθελα να πάω, γιατί ζήλευα τη σχέση που είχε η αδερφή μου μαζί του κι ας μην τον πήγαινα! Ήθελα να τον αγαπάω κι ας μην τον αγαπούσα. Ήθελα να ένοιωθα την ευλογία του κι ας μην την ένοιωθα! Ήθελα να με θεωρήσει φιλαράκι του κι ας μην αισθανόμουν ότι ήταν δικός μου φίλος. Έπρεπε να βγω από το σκοτάδι της εφηβείας μου για να καταλάβω με ντροπή ότι εκείνος με είχε αποδεχτεί, έτσι όπως ήμουν. Κατάλαβα πως όταν δεν μου άπλωνε το χέρι να το φιλήσω, το έκανε όχι από αποδοκιμασία αλλά από αποδοχή. Στη μεταξύ μας σχέση εκείνος ήταν ο ειλικρινής κι εγώ η ψεύτικη. Εγώ πλησίαζα κι ας μην ήθελα, εκείνος όμως δεν άπλωνε το χέρι επειδή σεβόταν το φόβο και την αντίδρασή μου. Εγώ καταπίεζα τη Μάρω, ενώ εκείνος την αποδεχόταν κι έκανε αυτό που η Μάρω ήθελε… Ακόμα και την οργή μου εκείνος την ερμήνευε σαν προσευχή. Δε μου έκανε καμιά νύξη για το Χριστό, δε μου έδωσε καμιά συμβουλή, δε μου μίλησε για θαύματα για να με πείσει. Κι όμως ξέρω πια ότι αυτή η σιωπή ήταν η πιο τρανή απόδειξη ότι με είχε αποδεχτεί σα φιλαράκι του, έτσι όπως ήμουν. Ίσως γι’ αυτό ήταν ο μόνος που δεν αντέδρασε όταν πέρασα στη Θεολογία. Όλοι οι άλλοι, φίλοι συγγενείς θορυβήθηκαν: Η Μάρω στη Θεολογία? Ακόμα κι εγώ η ίδια δεν ήξερα γιατί είχα βάλει τη Θεολογία ως πρώτη επιλογή. Εκείνος όμως δεν είπε τίποτα. Ούτε με συνεχάρη, ούτε θριαμβολόγησε. Κράτησε την ίδια σιωπηλή, ξεκάθαρη στάση που επιθυμούσε η ψυχή μου. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι βλέποντας το αγρίμι μέσα μου, με ανέθεσε απευθείας στο Θεό κι αυτό είναι για μένα η μεγαλύτερη απόδειξη ότι με ένοιωθε φιλαράκι του…
 
Αυτή τη σχέση την παθιασμένη την είχα με το Γέροντα ως το τέλος. Εγώ δε μαλάκωσα ποτέ κι εκείνος δεχόταν πάντα την ορμή μου σαν δείγμα αγάπης. Τον ξαναπρόσβαλα το Γέροντα, άλλη μια φορά και πάλι πίσω από την πλάτη του – ως γνήσια θρασύδειλη! Πάλι Σάββατο ήταν κι εγώ ήμουν φοιτήτρια πια και είχα εξεταστική. Τη Δευτέρα έδινα μάθημα και στις 9 το βράδυ του Σαββάτου έμαθα ότι είχα διαβάσει λάθος ύλη. Πανικοβλήθηκα κι όταν η μαμά μου προσπαθώντας να με ηρεμήσει μου είπε «Βρε τι σκας? Αφού έχεις το Γέροντα!», εγώ έγινα ηφαίστειο που έσκασε: «Δε μας παρατάς με το Γέροντά σου! Τι να μου κάνει τωρα ο Γέροντας;» Εκείνη την ώρα χτύπησε το τηλέφωνο κι όταν άκουσα τη μαμά μου να λέει: Γέροντα!… ναι εδώ είναι η Μάρω. Δίπλα μου!» ήθελα να έχει το πάτωμα μια καταπακτή για να χωθώ μέσα! Σα βρεμένο γατί πήρα το ακουστικό και η φωνή μου που τόσο σθεντόρια τον είχε αμφισβητήσει, τώρα είχε γίνει ψίθυρος. Την απορία του δε θα την ξεχάσω ποτέ: «Άραγε, ποια από τις δυο σας με επικαλέστηκε στ’ αλήθεια;» με ρώτησε, σα να ήθελε να με διαβεβαιώσει ότι εκείνος ως Άγιος δεν άκουγε λόγια του στόματος αλλά της ψυχής… «θα μπορούσες να έρθεις αύριο να διαβάσεις εδώ;» με ρώτησε με μια ευγένεια που όμοιά της δεν έχω συναντήσει. Είπα ναι, όλο ντροπή και χωρίς άλλα λόγια έκλεισε το τηλέφωνο. Το άλλο πρωί στις 7 ήμουν με τους γονείς μου στη Μαλακάσα. Ο Γέροντας είχε δώσει εντολή να ανοίξουν ένα γραφείο για να περιμένω- κι ας είχε λειτουργία στο Ναό. Εκείνος με αποδεχόταν όπως ήμουν… Όταν με δέχτηκε στο κελάκι, μετά τις 10, πάλι δεν είχε πολλά λόγια: «Αχ και να πίστευες λίγο! 10 θα έγραφες!» μου είπε απαλά κι άνοιξε το βιβλίο τέσσερις φορές. «δεν πειράζει όμως. Και το 5 καλό είναι!»
Από τα τέσσερα θέματα διάβασα τα δύο. Τα άλλα τα βρήκα ανούσια και χαζά! Έπεσαν και τα τέσσερα κι εγώ πήρα 5! Καλό ήταν! Καλό μου έκανε! Άλλωστε πάντα με το Γέροντα 5 έπαιρνα. Το παραπάνω δεν το αντέχω, ούτε το αξίζω και το ξέρω. Μου αρκεί όμως αυτό το 5… με κάνει να νοιώθω ότι τον έχω κοντά μου κι αυτό μου αρκεί. Όσο για το ότι είναι Άγιος; Το ξέρω μα δε το αντέχει το μυαλό μου… ο γέροντας ήταν άγιος πάντα , μόνο ένας Άγιος θα άντεχε κάποιαν σαν εμένα. Για μένα είναι Άγιος μα παραμένει ο Γέροντας, ο δικός μου Γέροντας, αυτός που χρησιμοποιεί την απιστία και τον εγωισμό και την αμφιβολία μου ως μέσα για να επικοινωνήσει μαζί μου. Είναι ο Γέροντας που δε με μάλωσε ποτέ, δε με κολάκεψε ποτέ, δε με εγκατέλειψε ποτέ μα μόνο με τα εντελώς απαραίτητα λόγια. Είναι ο Γέροντας που δε μου απαντά όταν απευθύνομαι σ’ αυτόν από υποκριτικό καθωσπρεπισμό και που με καλωσορίζει πάντα όταν του μιλάω απλά ως Μάρω…
Πηγή: Επτάλοφος

Νά‘ μουν τοῦ σταύλου ἕν' ἄχυρο /τοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ (χριστουγεννιάτικο ποίημα)

Νά‘ μουν τοῦ σταύλου ἕν' ἄχυρο /τοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ (χριστουγεννιάτικο ποίημα)

E-mailΕκτύπωσηPDF



Να ‘μουν του σταύλου έν' άχυρο, ένα φτωχό κομμάτι
την ώρα π' άνοιγ' ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι.
Να ιδώ την πρώτη του ματιά και το χαμόγελό του,

το στέμμα των ακτίνων του γύρω στο μέτωπό του.
Να λάμψω από τη λάμψη του κι' εγώ σαν διαμαντάκι
κι' από τη θεία του πνοή να γίνω λουλουδάκι.
Να μοσκοβοληθώ κι' εγώ από την ευωδία,
που άναψε στα πόδια του των Μάγων η λατρεία.
Να ‘μουν του σταύλου ένα άχυρο ένα φτωχό κομμάτι
την ώρα π' άνοιγ' ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι.

Το είπε...: Κωστής Παλαμάς

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

Το καλο τυπικό

Ετικέτες

4005 - Του Παραδείσου τ’ όνειρο (Μνήμες Όρους Αγίου…Οκτ. 2013). Μέρος 6ο



Σε μπαλκονάκι απάνεμο  μίλησε ο πρεσβύτης ,
μπαλώματα στα ράσα του, στα λόγια του γλυκύτις …
Να χετε λέει πνευματικό, κάντε λίγες μετάνοιες,
δώδεκα στους Απόστολους μια για την Παναγία,
να’χετε πριν τον ύπνο σας δική Τους ευλογία …
Και το πρωί του Ιησού η ευχή να ’ρθει στα χείλη,
πρωτόνοια λυτρωτική όπως το πετραχήλι.
Τέτοιοι λόγοι αξέχαστοι φώτισαν το σκοτάδι
και έλαμψε αλησμόνητα η αγιασμένη αυλή του …
Του Αη Γιάννιού ξημέρωνε Χριστού του αγαπημένου,
πανηγυρίζαν οι ψυχές μες στην Κωνσταμονίτου …
(νώντας σκοπετέας)
.... Να σκαλίζεις το χώμα της ψυχής σου, να ξεπροβάλλουν τα πάθη και τα αρνησίχρηστα ζιζάνια, οι ρίζες και τα φυτρώματα τα βδελυρά, που σαν αναρριχητικά σαρκοβόρα  φυτά προσπαθούν να πνίξουν ό, τι Άγιο και Θεάρεστο ανθίζει και ευωδιάζει στη ζήση σου .. Και εσύ να προσπαθείς με όλες τις δυνάμεις σου να κλαδέψεις λυτρωτικά, να μείνει μόνο το λουλουδάκι του παραδείσου και έπειτα να το ποτίζεις, να το ποτίζεις με προσευχής ξεδιψαστικό νερό και μετανοίας δάκρυα …
Αυτές οι εικόνες απ το περιβόλι, το αμπελάκι της ψυχής, ξεπρόβαλλαν ολοκάθαρα μέσα απ τα πρώτα κιόλας λόγια του Πατρός Π. στο μικρό μπαλκόνι στον δεύτερο όροφο της Κωνσταμονίτου, σιμά στα κελλάκια των Μοναχών.
-Να χετε πνευματικό σωστό και Ορθόδοξο. Όσοι δεν έχετε να βρείτε. Μάθετε ποιος είναι καλός και πηγαίνετε να τον συναντήσετε … Αυτά επιτρέπει ο Θεός να διαδίδονται… Μας ρωτά έναν-έναν ξεχωριστά για το αν έχουμε εξομολόγο  για το αν εκκλησιαζόμαστε, αν νηστεύουμε, αν μετανοΐζουμε … Χαίρεται και το δείχνει όποτε παίρνει θετική απάντηση από κάποιον  … Προβληματίζεται στην αντίθετη περίπτωση μα δεν μένει εκεί … -Παιδιά μου θέλει κάποιον αγώνα η Σωτηρία …Όσο μπορεί ο καθένας …Εμείς εδώ έχουμε κανόνα να κάνουμε κάθε μέρα τριακόσιες  τουλάχιστον μετάνοιες, και τις Σαρακοστές εξακόσιες. Εσείς κάντε όσες μπορείτε. 
Δεν μπορείτε αρκετές; Κάντε έστω λίγες πριν κοιμηθείτε … Κάντε τρείς  για την Αγία Τριάδα …ή δεκατρείς, δώδεκα για τους Αγίους Αποστόλους και μια για την Παναγίας μας … Την καλή προαίρεση και την προσπάθεια βραβεύει ο Χριστός μας. Παιδιά μου για να πάρουμε πνεύμα πρέπει να δώσουμε αίμα … Σ’ αυτήν του τη ρήση κοίταξα τα «φαγωμένα» απ τις μετάνοιες χέρια του τα συνεχώς  σταυρωμένα…Τι όμορφα σημάδια αγάπης! Σημάδια σαν παράσημα του αγώνα του  καλού… Ο Πατήρ Π. συνεχίζει …Χρησιμοποιεί συνεχώς τις θαυμαστές εμπειρίες από τα βιβλία του Πατρός Στεφάνου Αναγνωστοπούλου …Μαζί με το βιβλίο που στήριξε τους υπόδουλους Έλληνες στα χρόνια της σκλαβιάς το Αμαρτωλών Σωτηρία προτείνει πάντα  και όλα τα βιβλία του Πατρός Στεφάνου.
–Το πρωί μόλις ξυπνάτε να ξέρετε ότι απέναντί σας στέκεται ο δαίμονας και προσπαθεί να μολύνει τις πρώτες σας σκέψεις …Γι αυτό μόλις ανοίξετε τα μάτια σας, η πρώτη σας σκέψη και η φροντίδα σας  να είναι ο Κύριος, ο γλυκύτατος Ιησούς. Πρωτόνοια λέγεται αυτό. Προσφορά στον Χριστό μας να ναι  οι πρώτες σκέψεις της νέας μέρας που ξημερώνει. Την πιο καθαρή στιγμή του νου σας,  να την προσφέρετε σε Εκείνον και μόνο Πρώτο να ακουστεί το όνομά του ! Κι ύστερα ξεκινήστε να λέτε το τρισάγιο έπειτα τον 50ο ψαλμό και το Πιστεύω… Έπειτα τον Εξάψαλμο …Έτσι να ξεκινάτε την κάθε σας μέρα …Και στην διάρκειά της βρείτε λίγες στιγμές να πείτε την παράκληση της Παναγιάς και τους χαιρετισμούς Της…Το βράδυ μαζί με τις μετάνοιες διαβάστε και το Απόδειπνο και παρακαλέστε τον Φύλακα Άγγελό σας να οδηγεί πάντα σε οδό Σωτηρίας …
Να έχετε παιδιά μου καθημερινά τέτοιο καλό τυπικό! Την μνήμη του Θεού σε κάθε σας βήμα! Θυμάται έναν νέο που ο παμπόνηρος μισόκαλος θέλησε να παρασύρει απ της αγνότητας τον δρόμο που μέχρι τότε διήγαγε. -Αυτός ο νέος παιδιά μου είχε το καλό τυπικό και σώθηκε! Προτίμησε από την αμαρτία να πει τους Χαιρετισμούς της πανύμνητης Μητέρας. Και εκείνη του εμφανίστηκε με στοργή και τον δυνάμωσε στον θαυμαστό της Παρθενίας τον αγώνα! Τείχος ει των Παρθένων, Θεοτόκε Παρθένε, και πάντων των εις σε προστρεχόντων!  Το καλό τυπικό! Αυτό, που στο πρώτο  άκουσμά του ακούγεται δυσκολοκατόρθωτο μέσα στις καθημερινές μέριμνες και τα απαιτητικά προγράμματα του έξω κόσμου …Μα αν σκεφτεί κανείς πόσο ανεπίστρεπττο χρόνο σπαταλάμε σε περιττά λόγια, ανώφελες συζητήσεις, μάταιες σκέψεις και αγωνίες…. Αν υπολογίσουμε της τηλεόρασης τον άχρηστο χρόνο σε άσκοπες ειδήσεις της κατάκρισης,  και στης σαρκολατρείας τους ύμνους, τότε θα δούμε πως το καλό τυπικό είναι ένα ελαχιστότατο  μέρος της όλης ημέρας. Το κυριότερο όμως είναι  πως στην μάχη εναντίον του επίβουλου της Σωτηρίας έρχεται η πολύτιμη βοήθεια των Αγίων και της Παναγίας που μεσιτεύουν έτσι αδιάκοπα στον Κύριο. Ο Πατήρ Π. αυτή η σεβάσμια και πραότατη μορφή, σύμβολο της Κωνσταμονίτου, με τους απλούς του λόγους και τις πατρικές του παραινέσεις μίλησε σε όλων τις καρδιές εκείνο το σούρουπο. Λίγο πριν πάρουμε την ευχή του  για αποχαιρετισμό, μας μίλησε με φανερό πόνο ψυχής σπαρακτικό,  για την μάστιγα των εκτρώσεων … -Κάντε κάτι και εσείς μας είπε! Μιλήστε,  φωνάξτε … Μην αφήνετε αυτό το έγκλημα το ολέθριο να εξαπλώνεται  … Μας μοιράζει σταυρουδάκια με τον Εσταυρωμένο και εύχεται …Το νοιάξιμό του το πατρικό μας έχει συγκλονίσει …Πάντα θα τον  θυμόμαστε γι αυτό και το καλό του τυπικό, τις συνήθειες τις ποτιστικές για της ψυχής μας  το χωραφάκι …
Νύχτωσε για τα  καλά και κατεβαίνουμε τα σκαλοπάτια ως την αυλή του Μοναστηριού. Το γλυκό ημίφως απ τα καντηλάκια του Καθολικού είναι τόσο αρκετό για να λάμψει εκείνος ο μικρός περίγυρος ουράνια, ηλιοστάλακτα. Ανεβαίνουμε στο δωμάτιό μας  δίπλα ακριβώς στο Αρχονταρίκι. 
Οι λάμπες σκορπάνε το ομορφότερο φως  σε όλους τους χώρους. Στους διαδρόμους, στους παλιούς τοίχους με τα κάδρα των Αγωνιστών του 21. Αυτών που πολέμησαν για τον Χριστό και την Πατρίδα. Μοιάζουν να μας κοιτούν επίμονα. Είναι παράπονο αυτό; Είναι εύλαλη σιωπή  απόγνωσης; Οι ήρωες έχουν σταθερή και αμετακίνητη θέση στη ζωή αυτού του Μοναστηριού, όχι ευκαιριακή, επετειακή όπως στην ανιστόρητη, γεμάτη αμνήμονες κυβερνόντες,  σύγχρονη υπό ζυγό  Ελλάδα, μα αδιάλειπτη και ζωντανή παρουσία. Το φρόνημά τους μπολιάζει και ενθαρρύνει τις ψυχές όλων των Κωνσταμονιτών  που τους συναπαντούν καθημερινά  στον δύσβατο δρόμο της Μοναχικής ζωής. Μαζί τους και ο ηρωικός και απλούς Γέροντάς τους Αγάθωνας, δυναμώνει τα αταλάντευτα τα βήματά τους.  Σκέφτηκα πως όταν πηγαίναμε και εμείς Σχολείο, τα πορτραίτα του Γέρου του Μοριά και όλων των άλλων κοσμούσαν τους τοίχους των τάξεων. Τώρα ακόμα και του Χριστού το εικόνισμα μετακινήθηκε  στην άκρη μέχρι να βγει έξω ... Για να μην θίγονται οι αλλόθρησκοι λένε … Βαθύς αναστεναγμός και σύναξη στο όνομά του Κυρίου  λίγο πριν σβήσουμε το φως. Είναι μαζί μας όπως το υποσχέθηκε. Η προσευχή στον φύλακα Άγγελο, να μην συμβεί κάτι που θα Τον απομακρύνει. Σκέπασον ημάς εν τη παρούση νυκτί και διαφύλαξόν ημάς  από πάσης επήρειας του αντικειμένου, ίνα μη εν τίνι αμαρτήματι παροργίσουμε  τον Θεόν, και πρέσβευε υπέρ ημών  προς τον Κύριον, του επιστηρίξαι ημάς  εν τω φόβω αυτού, και αξίους  αναδείξαι ημάς  δούλους της Αυτού αγαθότητος…. 
Ξημέρωσε η μεγάλη γιορτή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Στον όρθρο στεκόμαστε στα στασίδια πίσω απ το προσκυνητάρι του Αγίου Στεφάνου στα αριστερά … Δεν μπορείς να μην νοιώσεις τη διαρκή ευωδία που σκορπά ο Άγιος Πρωτομάρτυρας στις ζωές των διαβιούντων και διακονούντων σ’ αυτό το τόσο στερούμενο σε ύλη , μα άφθονο σε  Χριστού πνεύμα Μοναστηράκι  . Το θυμιατήρι του Αρχιδιακόνου  θαρρείς πως ολοένα σου στέλνει κύματα διαλεχτού λιβανωτού… Το στόμα του θαρρείς πως δεν θα σταματήσει ποτέ,  θείς τα γόνατα, να μεσιτεύει, για όλους τους αμαρτωλούς της γης …   Κύριε μη στήσεις αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην… Δώσαμε  συγκινημένοι υπόσχεση αγάπης και  επιστροφής και μετά την Λειτουργία και την πρωινή πανηγυρική τράπεζα, επιβιβαστήκαμε στο λεωφορειάκι που μας περίμενε για τον επόμενο προορισμό μας. Αυτός ήταν η Μονή Φιλοθέου. Μα είπαμε στον οδηγό να μας αφήσει στην Καρακάλλου να προσκυνήσουμε και να συναντήσουμε γνώριμες και αγαπημένες μορφές. Ύστερα θα ανεβαίναμε απ το περίφημο μονοπάτι στα μέρη του Αριζονίτη Αγγέλου. 
Κάποιος εκεί χωρίς να το γνωρίζουμε μας περίμενε ήδη  …     
(συνεχίζεται)
νώντας σκοπετέας /Ημερολόγιο Όρους 2013
Πρώτη δημοσίευση στο ...ν τ φωτί Σου ψόμεθα φς
Προηγούμενα: