Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ...ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ἡ προδοσία τώρα
«Ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Ἰούδα, φιλήματι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδίδως;»(Λουκ.22,48
(Ομιλία του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου)ΑΠΟ ὅλα τὰ πρόσωπα τοῦ θείου δράματος, ἀγαπητοί μου, ἐκεῖνο ποὺ ἀφήνει τὴν πιὸ ἀλγεινὴ ἐντύπωσι εἶνε ὁ Ἰούδας. Δυστυχῶςὅμως, ἐνῷ ἐκεῖνος τελείωσε τότε κατὰ τρόπο οἰκτρό, οἱ Ἰοῦδες δὲν λείπουν μέχρι σήμερα. Ὁ Ἰούδας τρόπον τινὰ ἵδρυσε «σχολὴ»καὶ πολλοὶ μαθαίνουν νὰ παίζουν τὸ ῥόλο του σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς. Σᾶςπαρουσιάζω μερικὲς εἰκόνες.
⃝Ἕνας σύγχρονος Ἰούδας εἶνε αὐτὸς ποὺ ἐμφανίζεται πρῶτα - πρῶτα στὸν κύκλο τῆς φιλίας. Γνώρισες κάποιον καὶ λές· Σπουδαῖος ἄνθρωπος! πόσο γλυκὰ μιλάει, τί ἀγάπη δείχνει, τί δῶρα δίνει! Τὸν ἀγαπᾷς παραπάνω κι ἀπὸ τὸν πατέρα καὶ τὸν ἀδερφό σου. Τὸν ἐμπιστεύεσαι, τοῦ ἀνοίγεις τὴν καρδιά σου, τοῦ λὲς τὰ μυστικά σου. Καὶ ξαφνικὰ αὐτὸς ὁ φίλος γίνεται ἐχθρός. Γνωρίζω κάποιον ποὺ ἔπαθε συγκοπὴ καρδίας, ὅταν στὸ δικαστήριο εἶδε ὡς μάρτυρα κατηγορίας ἐναντίον του – ποιόν; τὸν φίλο του. Ἰούδας λυμαίνεται τὸν ἱερὸ δεσμὸ τῆς φιλίας κι ὁ ἄνθρωπος ἀπογοητεύεται.
⃝ Ὁ ἄλλος ἱερὸς κύκλος, τὸν ὁποῖο ἁγίασε ὁ Χριστὸς κάνοντας τὸ πρῶτο θαῦμα στὴν Κανὰ τῆς Γαλιλαίας, εἶνε ἡ οἰκογένεια. Βλέπεις,ἐσὺ ὁ νέος μιὰ νέα, σὲ μαγεύει μὲ τὴν ὅλη ἐμφάνισί της, καὶ τὴ βάζεις στὴν καρδιά σου.Τῆς παραδίδεσαι. Τὴν ἀγαπᾷς παραπάνω ἀπὸτὴ μάνα σου. Καὶ τέλος τὴ στεφανώνεσαι, καὶνιώθεις ὅτι πλέεις σὲ πελάγη εὐτυχίας. Ἀλλὰκάποια στιγμὴ ἀνακαλύπτεις ὅτι ἡ γυναίκα αὐτή, ποὺ νόμισες ὅτι θὰ μείνῃ κοντά σου ἄγγελος συμπαραστάτης, ἐνῷ σὲ ἀγκαλιάζει καὶσὲ γεμίζει φιλιά, τὴν ἴδια ὥρα σὲ προδίδει. Να κ᾽ἐδῶ ὁ Ἰούδαςστὸν κύκλο τῆς οἰκογενείας.Κι ὅ,τι εἶπα γιὰ τὴ γυναῖκα τὸ λέω καὶ γιὰ τὸν ἄντρα, ποὺ κι αὐτὸς ὑποκρίνεται πὼς ἀγαπᾷτὴ γυναῖκα του ἀλλὰ κατ᾿ οὐσίαν τὴν ἀπατᾷ,χειρότερα μάλιστα ἀπὸ ὅ,τι ἐκείνη τὸν ἄντρα.
⃝ Θέλετε ἄλλον Ἰούδα; Ἰοῦδες πολλοὶ εἶνε ἰδίως στοὺς διπλωματικοὺς κύκλους· ἐδῶ πλέον τὸ ψέμα ἔγινε ἐπιστήμη· κοιτάζουν πῶς τὸ ἕνα κράτος θὰ μπορέσῃ νὰ ἀπατήσῃ τὸ ἄλλο. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα εἶνε ἐκεῖνο ποὺ ζήσαμε οἱ παλαιότεροι. Ἦταν 27 Ὀκτωβρίου 1940. Στὴν Ἀθήνα στὴν Ἰταλικὴ πρεσβεία γινόταν διασκέδασι, χοροί, ἀγκαλιάσματα καὶ φιλήματα. Οἱ Ἰταλοὶ εἶχαν καλέσει τοὺς Ἕλληνες, καὶ νόμιζε κανεὶς ὅτι τὴ νύχτα ἐκείνη ὑπογράφε-ται σύμφωνο φιλίας τῶν δύο λαῶν. Ὤ ἀπάτη! Μόλις τελείωσε ἡ δεξίωσι, ὁ πρεσβευτὴς τῆςἸταλίας φεύγει νύχτα καὶ πηγαίνει κατ᾿ εὐθεῖαν στὸ σπίτι τοῦ πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος νὰ τοῦ δηλώσῃ ὅτι ἔχουμε πόλεμο. Φίλημα ᾿Ιούδα! Καὶ τὸ φίλημα αὐτὸ ἐξακολουθεῖ. Οἱ διπλωμάται στὰ χείλη ἔχουν τὴν εἰρήνη, καὶ στὴν καρδιὰ τὸν πόλεμο. Ποτέ ἄλλοτε ἡ ἀνθρωπότης δὲν ἦταν τόσο ὡπλισμένη μὲ φονικὰ ὅπλα ὅσο σήμερα· ἐμπειρογνώμονες λένε ὅτι, ἂν ἐκραγοῦν τὰ πυρηνικὰ ὁπλοστάσια, ἡ γῆ ὄχι μόνο θὰ καταστραφῇ ὁλόκληρη ἀλλὰ καὶ θὰ ἐκτραπῇ ἀπὸ τὴν τροχιά της.
⃝Ἰούδας λοιπὸν στὴ φιλία, Ἰούδας στὴν οἰκογένεια, Ἰούδας στὴ διπλωματία, Ἰούδας καὶ ―ὤ, κλαίω κι ἀναστενάζω, δὲν περίμενα νὰ τὸν βρῶ κ᾽ ἐδῶ―, Ἰούδας καὶ μέσα στὴν ἐκκλησία. Ποιος εἶνε ὁ Ἰούδας; Τὸν βλέπεις ἐκεῖνο τὸν ἱερέα; Φαίνεται καλός. Ἀλλὰ στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς του κρύβει φιλαργυρία καὶ πλεονεξία. Δὲν ἀρκεῖται στὸ μισθό του, ζητάεικαὶ ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς τὰ λεγόμενα «τυχερά»· θὰ πάρῃ ἀπὸ βάπτισι, ἀπὸ γάμο, ἀπὸ κηδεία, ἀπὸ μνημόσυνα καὶ τρισάγια. Αὐτὰ εἶνε τριάκοντα ἀργύρια.Ἕνας τέτοιος ἱερεὺς εἶνε ᾿Ιούδας· ὅπως ἐκεῖνος πούλησε τὸν ἀτίμητο Χριστό, ἔτσι τὸν πουλάει κι αὐτὸς ὅταν βάζῃ τιμολόγιο στὴ θεία χάρι ποὺ δὲν ἀγοράζεται. Πολλοὶ ἱερεῖς μὲ μίσησαν, ἐπειδὴ λέω· Ὅπως ὁ κάθε ὑπάλληλος ἀρκεῖται στὸ μισθό του, ἔτσι κ᾽ ἐσεῖς ἀρκεσθῆτε στὸ μισθό σας. Μὴ δωροδοκεῖσθε καὶ μὴν πουλᾶτε τὸν«Ἀτίμητον» (αἶν.Μ.Τετ.). Χριστεμπόριο! Αὐτὰ τὰ σκάνδαλα ἐκμεταλλεύονται οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἐκκλησίας καὶ χλευάζουν· ἐνῷ ἂν ζούσαμε ἀφιλάργυρα, δὲν θὰ ὑβρίζοντο τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια.

⃝ Ἀλλὰ προχωρῶ. Ἰούδας ὑπάρχει καὶ μεταξὺ τῶν λαϊκῶν, ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν. Δύο χριστιανοὺς κλαίω. Ὁ ἕνας εἶνε αὐτὸς ποὺ μένειψυχρός, δὲν συντρίβεται ἡ καρδιά του· ἀπὸ μικρὸ παιδὶ μέχρι τώρα δὲν πῆγε ποτέ νὰ ἐξομολογηθῇ· εἶνεὁ ἀνεξομολόγητος. Πηγαίνει τυπικὰ στὴν ἐκκλησιά, ἀκούει, μὰ δὲν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ πάῃ νὰ γονατίσῃ μπροστὰ στὸν πνευματικὸ πατέρα καὶ νὰ ζητήσῃ ἄφεσι ἁμαρτιῶν. Ἐνῷ ἕνας ἄπιστος ῾Ρῶσος,ὅταν διάβαζε τὸ Εὐαγγέλιο στὴν ἐξορία του καὶ θυμήθηκε τὰ ἁμαρτήματά του, πῆγε σ᾿ ἕνα στάρετς, ἐξωμολογήθηκε, καὶ μετὰ εἶπε·«Ἐξωμολογήθηκα καὶ παράδεισος φύτρωσεστὴν καρδιά μου». Πολλοὶ καὶ ἀπὸ σᾶς, ἰδίως οἱ ἄντρες, εἶστε ἀνεξομολόγητοι. Μὴν ἀμελεῖτε ἄλλο. Ὅσο ἔχετε ἀκόμη καιρό, τρέξτε στὸ μυστήριο τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως.
⃝ Ὁ ἄλλος τὸν ὁποῖο κλαίω εἶνε ἐκεῖνος πού,ἐνῷ εἶνε ἀνεξομολόγητος, τολμᾷ καὶ πλησιάζει τὴ Μεγάλη Πέμπτη ἢ τὸ Μέγα Σάββατο ἢτὴν Κυριακὴ τοῦ Πάσχα, καὶ ὄχι ἁπλῶς ἀσπάζεται, ὅπως ὁ Ἰούδας, ἀλλ᾽ ἀνοίγει τὸ στόμα καὶ βάζει μέσα στὴν ἀκάθαρτη ὕπαρξί του τὸν ἀμόλυντο Χριστό. Αὐτὸς ποὺ κοινωνεῖ ἀναξίως τί κάνει τὴν ὥρα ἐκείνη· προσποιεῖται τὸν φίλο, ἐνῷ στὴ ζωή του εἶνε μὲ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία τὴν ὥρα τῆς θείας κοινωνίας ψάλλει·«Τοῦ δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ σήμερον, Υἱὲ Θεοῦ, κοινωνόν με παράλαβε»·Χριστέ μου, λέει, ἡ θεία λειτουργία εἶνε ὁ μυστικὸς δεῖπνος, κι ὅπως τότε κοινώνησες τοὺς μαθητάς, κοινώνησε τώρα κ᾿ ἐμένα.«Οὐ μὴ γὰρ τοῖς ἐχθροῖς σου τὸ μυστήριον εἴπω, οὐ φίλημά σοι δώσω καθάπερ ὁ Ἰούδας»·δὲν θὰ φανερώσω τὸ μυστήριο στοὺς ἐχθρούς σου, δὲν θὰ σὲ προδώσω ὅπως ὁ Ἰούδας.«ἀλλ᾽ ὡς ὁ λῃστὴς ὁμολογῶ σοι· Μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ βασιλείᾳ σου».Κοινωνῶ, λέει· βοήθησέ με, Χριστέ, νὰ μὴ σὲ προδώσω «καθάπερ ὁ Ἰούδας», ὅπως ὁ Ἰούδας. Σὲ ἕνα μέρος τῆς Πελοποννήσου, ὅταν βλέπουν κάποιον νὰ κοινωνῇ ἀμετανόητος, λένε·«Καθάπερ ὁ Ἰούδας»! Ἔτσι, σὰν τὸν Ἰούδα, κοινωνοῦμε πολλὲς φορὲς κ᾽ ἐμεῖς.
Ἕνας σοβαρὸς συγγραφεὺς ἔγραψε βιβλίο μὲ τίτλο«Ὁ Ἰούδας διὰ μέσου τῶν αἰώνων». Σὲ κάθε ἐποχὴ δηλαδή, καὶ κατ᾽ ἐξοχὴν στὴ δική μας, ὁ ᾿Ιούδας συνεχίζει τὸ σκοτεινὸ ἔργο του. Κάθε φορὰ ποὺ συναντῶνται οἱ μεγάλοι,οἱ ἐκπρόσωποι τῶν ὑπερδυνάμεων, ἔχουμε φιλήματα Ἰούδα. Ὁ Ἰούδας ἑτοιμάζεται πάλι νὰ σταυρώσῃ τὴν ἀνθρώποτητα.
Ἀναφέρει ἡ ἱστορία ὅτι ἕναςἀπὸ τοὺς πιὸ ἔνδοξους αὐτοκράτορες τῆς γῆς, ὁ Ἰούλιος καῖσαρ, εἶχε στὴν αὐλή του ἕνα λαμπρὸ νέο, τὸν Βροῦτο. Τὸν ἀγαποῦσε, τὸν προστάτευσε, τὸν τίμησε ἰδιαίτερως καὶ τὸν ἀνέδειξε. Ἦταν τὸ δεξί του χέρι. Μιὰ μέρα ὅμως ἔγινε συνωμοσία. Ὥρμησαν τριάντα - σαράντα ἐπαναστάτες μὲ μαχαίρια, περικύκλωσαν τὸν καίσαρα καὶ τὸν χτύπησαν. Ἔκπληκτος ἐκεῖνος στρέφει τὰ μάτια γύρω του καὶ πρὶν ξεψυχήσῃ διακρίνει μεταξὺ τῶν δολοφόνων – ποιόν; Τὸν Βροῦτο! Καὶ τότε εἶπε ἐκεῖνο ποὺ ἔμεινε πλέον παροιμιῶδες·«Και σύ, τέκνον Βροῦτε;». Οἱ ἄλλοι δη-λαδὴ ἤξερα ὅτι εἶνε ἐχθροί μου, ἀλλὰ καὶ σύ,ποὺ σὲ εἶχα σὰν παιδί μου; Καὶ μὲ τὸ παράπονο αὐτὸ ἐξέπνευσε ὁ Ἰούλιος καῖσαρ.
Ἀλλὰ τί εἶνε, ἀδελφοί μου, ὁ καῖσαρ καὶ οἱ ἄλλοι βασιλεῖς τῆς γῆς μπροστὰ στὸν Βασιλέα Χριστό; Μηδέν! Αὐτὸς εἶνε ὁ αἰώνιος βασιλεύς. Ἡ μεγάλη προδοσία εἶνε τὸ νὰ προδώσῃ κάποιος τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς λοιπόν, πάνω ἀπ᾽ τὸ σταυρὸ ὅπου τὸν ἀ-νέβασαν οἱ ἁμαρτίες μας, στρέφει τὸ βλέμμα στοὺς λεγομένους χριστιανοὺς τῆς δύσεως,στρέφει τὸ βλέμμα στοὺς μεγάλους καὶ ἰσχυροὺς κυβερνῆτες, προέδρους καὶ πρωθυπουργοὺς καὶ ὑπουργοὺς καὶ βουλευτὰς καὶ στρατηγούς, ποὺ τὸν σταυρώνουν μὲ τὶς ἀποφάσεις τους μέσα στὰ κοινοβούλια, στρέφει τὸ βλέμμα στοὺς κληρικοὺς τῆς Ἐκκλησίας του, στρέφει τὸ βλέμμα στοὺς Χριστιανοὺς ποὺ εἴμαστε βαπτισμένοι στὸ ὄνομά του, σ᾽ ἐμᾶς τοὺς ψευτοχριστιανοὺςτοῦ αἰῶνος τούτου, στρέφει τὸ βλέμμα στὰ ἐκκλησιάσματα αὐτῆςτῆς ἑβδομάδος, βλέπει ἐμᾶς τοὺς νέους Ἰοῦδες, ἄντρες - γυναῖκες, μικροὺς - μεγάλους, ἀγραμμάτους - ἐγγραμμάτους, ὅλο τὸ πλῆθος αὐτῶν ποὺ κοινωνοῦν ἀναξίως, καὶ λέει μὲ παράπονο·«Κ᾽ ἐσύ, Χριστιανέ;». Μὲ ὑβρίζουν οἱ Ἑβραῖοι, μὲ ἀτιμάζουν οἱ μωαμεθανοί, μ᾽ ἐξευτελίζουν οἱ ἐχθροί· μὲ προδίδεις λοιπὸν κ᾽ ἐσύ, ποὺ βαπτίσθηκες στὸ ὄνομα τῆς ἁγίας Τριάδος;
Τὴν ἁγία αὐτὴ ἡμέρα ἂς ἐξομολογηθοῦμεἐνώπιόν του καὶ ἂς τοῦ ποῦμε μὲ στεναγμό·Χριστέ, μὴ σὲ προδώσω ὅπως ὁ Ἰούδας, ἀλλ᾽ἀξίωσέ μὲ νὰ πῶ κ᾽ ἐγὼ τὴ φωνὴ τοῦ λῃστοῦ· «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου»(Λουκ.23,42).
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Β΄ μέρος ἀπομαγνητοφωνημένης ὁμιλίας, ποὺ ἔγινε στὸν ἱ. ν. Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 17-4-1987 πρωί

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

Σάββατο του Λαζάρου


Το Σάββατο του Λαζάρου κατέχει ξεχωριστή θέση στο λειτουργικό ημερολόγιο. Δεν ανήκει στις σαράντα ημέρες της μετάνοιας της Μ. Τεσσαρακοστής ούτε και στις οδυνηρές ημέρες της Μ. Εβδομάδας, αυτές που αρχίζουν από τη Μ. Δευτέρα και τελειώνουν τη Μ. Παρασκευή. Μαζί με την Κυριακή των Βαΐων συνθέτουν ένα σύντομο χαρούμενο πρελούδιο των γεμάτων πόνο ημερών που ακολουθούν. Δύο σημαντικά περιστατικά συνδέονται με τη Βηθανία: εκεί ανέστησε τον Λάζαρο και από εκεί ξεκίνησε ο Ιησούς την πορεία και άνοδο Του προς τα Ιεροσόλυμα.

Η ανάσταση του Λαζάρου είναι ένα γεγονός που, όπως θα δούμε, έχει εξαιρετικά μεγάλη σημασία. Συνδέεται μυστηριωδώς με την Ανάσταση του Κυρίου μας και παίζει, ως προς αυτή, το ρόλο μιας έμπρακτης προφητείας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Λάζαρος μας παρουσιάζεται στο κατώφλι της Μ. Εβδομάδας αναστημένος, ως προάγγελος της νίκης του Χριστού επί του θανάτου, όπως ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, παραμονές των Θεοφανείων, προανήγγειλε τον Επιφανέντα Χριστό. Πέρα όμως από τον πρωταρχικό αυτό χαρακτήρα της, η ανάσταση του Λαζάρου έχει και κάποιες δευτερεύουσες πτυχές τις οποίες είναι χρήσιμο να εξετάσουμε:

Η ανάσταση του Λαζάρου αναγγέλλει την ανάσταση των νεκρών η οποία έρχεται ως συνέπεια της Αναστάσεως του Κυρίου: « Λάζαρον τεθνεώτα τετραήμερον ανέστησας εξ Άδου, Χριστέ, προ του σου θανάτου διασείσας του θανάτου το κράτος και δι’ ενός προσφιλούς την πάντων ανθρώπων προμηνύων εκ φθοράς ελευθερίαν». Το Σάββατο του Λαζάρου είναι, κατά κάποιο τρόπο, η εορτή όλων των νεκρών. Μας δίνει την ευκαιρία να επιβεβαιώσουμε και να συγκεκριμενοποιήσουμε την πίστη μας στην Ανάσταση. Ο Κύριός μας, τονώνοντας το ηθικό της Μάρθας, μας δίνει σχετικά με τους κεκοιμημένους μας μια πολύτιμη διδασκαλία. Είπε στη Μάρθα: « Αναστήσεται ο αδελφός σου». Η Μάρθα απάντησε: « Γνωρίζω ότι ο αδελφός μου θα αναστηθεί κατά τη γενική ανάσταση της εσχάτης ημέρας». Και ο Ιησούς ανταπάντησε: « Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή». Η πίστη της Μάρθας ήταν ανεπαρκής σε δύο σημεία. Προέβαλε στο μέλλον, και μόνο στο μέλλον, την ανάσταση του αδελφού της και, δεύτερον, δεν αντιλαμβανόταν αυτή την ανάσταση παρά μόνο σε σχέση με ένα γενικό νόμο. Ο Ιησούς όμως της δείχνει ότι η ανάσταση είναι ένα γεγονός ήδη παρόν, επειδή Αυτός δεν προξενεί απλώς, αλλά είναι η ανάσταση και η ζωή. Οι κεκοιμημένοι μας ζουν διά και εν Χριστώ. Η ζωή τους συνδέεται με την προσωπική παρουσία του Χριστού και εκδηλώνεται εν αυτή. Εάν θελήσουμε να ενωθούμε πνευματικά με ένα κεκοιμημένο αδελφό μας που αγαπούσαμε πολύ, δεν θα προσπαθήσουμε να τον ζωντανέψουμε στη φαντασία μας, αλλά θα έρθουμε σε επικοινωνία με τον Ιησού και εν Αυτώ θα τον βρούμε.

Η ανάσταση του Λαζάρου είναι μια θαυμάσια επεξήγηση του χριστολογικού δόγματος. Μας δείχνει πώς, στο πρόσωπο του Ιησού, η θεία και η ανθρώπινη φύση ενώνονται χωρίς να συγχέονται: «Ανάστασις και ζωή των ανθρώπων υπάρχων, Χριστέ, εν τω μνήματι Λαζάρου επέστης, πιστούμενος ημίν τας δύο ουσίας σου». Αφενός, στον Ιησού ο άνθρωπος μπορεί να λυγίσει μπροστά στη συγκίνηση και να θλιβεί για την απώλεια ενός φίλου: « Εδάκρυσεν ο Ιησούς. Έλεγον δε οι Ιουδαίοι, ίδε πως εφίλει αυτόν». Αφετέρου, ο Θεός, εν Χριστώ, μπορεί να διατάξει τον θάνατο ως έχων εξουσία: « Φωνή μεγάλη εκραύγασε· Λάζαρε, δεύρο έξω. Και εξήλθεν ο τεθνηκώς…».

Τέλος, η ανάσταση του Λαζάρου παρακινεί τον αμαρτωλό να ελπίζει ότι, ακόμη και αν είναι πνευματικά νεκρός, μπορεί να ξαναζήσει: « Καμέ, φιλάνθρωπε, νεκρόν τοις πάθεσιν, ως συμπαθής εξανάστησον, δέομαι». Είναι κάποιες φορές που μια τέτοια πνευματική ανάσταση φαίνεται εξίσου αδύνατη όπως και η ανάσταση του Λαζάρου: « Κύριε, ήδη όζει, τεταρταίος γαρ εστί». Όλα όμως είναι δυνατά για τον Ιησού, από το να μεταστρέψει τον πιο σκληρόκαρδο αμαρτωλό μέχρι να αναστήσει ένα νεκρό: « Λέγει ο Ιησούς, άρατε τον λίθον…».

Να λιοπόν τι θα μάθουμε, αν πάμε το Σάββατο αυτό στη Βηθανία, στον τάφο του Λαζάρου. Εμείς όμως δεν θέλουμε να συναντήσουμε τον Λάζαρο. Θέλουμε να συναντήσουμε στη Βηθανία τον Ιησού και να ξενινήσουμε μαζί Του τη φετινή Μ. Εβδομάδα. Μας προσκαλεί ο ίδιος και μας περιμένει. Η Μάρθα ήρθε κρυφά να πει στην αδελφή της: « Ο διδάσκαλος πάρεστι και φωνεί σοι». Και η Μαρία « ως ήκουσεν, εγείρεται ταχύ και έρχεται προς Αυτόν». Ο Κύριος με καλεί. Θέλει κατά τις ημέρες του Πάθους Του να μην τον εγκαταλείψω. Θέλει, αυτές ακριβώς τις μέρες να αποκαλυφθεί σε μένα – που μπορεί ήδη να «όζω» – με ένα τρόπο καινούριο και υπέροχο. Κύριε, έρχομαι.

( Lev Gillet,(ενός Μοναχού της Ανατολικής Εκκλησίας) Πασχαλινή κατάνυξη, Εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ ( Φεβρουάριος 2009) σ. 51- 55).

vatopaidi/

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011

ΣΥΜΒΟΛΟ ΑΚΑΡΠΙΑΣ

«Μηκέτι ἐκ σοῦ καρπὸς γένηται εἰς τὸν αἰῶνα» (Ματθ. 21,19)


ΞΗΡΑΝ. ιστ ΣΥΚΗΤΟ πρωί, ἀγαπητοί μου, μᾶς ἀξίωσε ὁ Κύριος νὰ ἑορτάσουμε τὴ μεγάλη ἑορτὴ τῶν Βαΐων, κι ἀπόψε ἀρχίζει ἡ ἁγία καὶ Μεγάλη Ἑβδομάδα. Ἡ ἀνθρώπινη καρδιὰ συγκινεῖται.
Στὸν ὄρθρο τῆς Μεγάλης Δευτέρας, ἡ Ἐκκλησία μᾶς ὑπενθυμίζει τὴν ξηρανθεῖσα συκιὰ ποὺ ἀναφέρει τὸ εὐαγγέλιο (βλ. Ματθ. 21,18-22).

* * *

Ὁ Χριστὸς σὰν σήμερα ἔμεινε ὅλη τὴν ἡμέρα στὰ Ἰεροσόλυμα. Μόλις ὅμως βράδιασε ἔφυγε. Ὑπῆρχε κίνδυνος. Στὴν πόλι ὑπῆρχαν κακοποιοὶ μὲ ψυχὴ μοχθηρή. Γι᾿ αὐτὸ προτιμᾷ τὴν ἔρημο. Καλύτερα μὲ τὰ ἄγρια ζῷα παρὰ μὲ ἀνθρώπους κακούς. Λέει καὶ ἀλλοῦ ἡ Γραφὴ γιὰ τὸν ἄντρα, ὅτι εἶνε προτιμότερο νὰ κατοικήσῃ μὲ τὰ λιοντάρια παρὰ μὲ γυναῖκα «γλωσσώδη» (Παρ. 21,19). Δὲν ὑπάρχει ἀγριώτερο θηρίο ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, εἴτε ἄντρας εἶνε εἴτε γυναίκα.

Ὁ Χριστὸς μὲ τοὺς μαθητὰς βγῆκε στὴν ὕπαιθρο. Ἐκεῖ διανυκτέρευσε καὶ προσευχόταν. Ὅταν ξημέρωσε πῆρε πάλι τὸ δρόμο πρὸς τὰ Ἰεροσόλυμα. Ἂν καὶ γνώριζε ὅτι ἐκεῖ θὰ ὑποστῇ πάθη καὶ θὰ σταυρωθῇ, ἦταν ἀποφασισμένος νὰ θυσιασθῇ καὶ νὰ χύσῃ τὸ αἷμα του «ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας» (θ. Λειτ. Μ. Βασ., καθαγ.). Καθὼς ἐπέστρεφε στὴν πόλι, στὸ δρόμο «ἐπείνασε» (Ματθ. 21,18). Μὴ μᾶς φαίνεται παράξενο αὐτό. Ἦταν τέλειος Θεός, ἀλλ᾽ ἦταν καὶ τέλειος ἄνθρωπος. Ἔτσι καὶ πεινοῦσε, καὶ διψοῦσε, καὶ κουραζόταν καὶ εἶχε ἀνάγκη ὕπνου, ὅπως ἐμεῖς. Αὐτὰ λέγονται ἀδιάβλητα πάθη.
Αὐτὸς λοιπὸν ποὺ τρέφει ὅλο τὸν κόσμο τώρα πεινάει. Κ᾽ ἐκεῖ ποὺ βαδίζει βλέπει μιὰ συκιά. Πλησιάζει, ἁπλώνει τὰ ἄχραντα χέρια του καὶ ψάχνει στὰ φυλλώματα νὰ βρῇ σῦκο. Μὰ δὲ βρῆκε. Καὶ τότε ἀπὸ τὰ χείλη του βγῆκε μιὰ κατάρα. Εἶπε στὸ δέντρο· «Μηκέτι ἐκ σοῦ καρπὸς γένηται εἰς τὸν αἰῶνα»· νὰ μὴ γίνῃ καρπὸς ἀπὸ σένα ποτέ πλέον. Καὶ «ἐξηράνθη παραχρῆμα ἡ συκῆ», ἀμέσως ἡ συκιὰ ξεράθηκε (Ματθ. 21,19-20)· τὰ φύλλα κιτρίνισαν, ὁ χυμός στέγνωσε, κλαδιὰ καὶ κορμὸς ἦταν πλέον μόνο γιὰ τὴ φωτιά.

* * *

Θὰ ρωτήσῃ κανείς· Γιατί ὁ Χριστὸς νὰ κάνῃ κακὸ στὸ δένδρο; ἔφταιγε αὐτό;… Ἀπαντοῦμε.
Ὁ Χριστὸς σὲ ὅλη τὴν ἐπίγεια ζωή του δὲν ἔκανε κακό. Κάποτε οἱ συγχωριανοί του ἅρπαξαν λιθάρια νὰ τὸν λιθοβολήσουν, ἄλλοτε οἱ Γαδαρηνοὶ τὸν ἔδιωξαν, ἄλλοι τὸν συκοφαντοῦσαν· κανένα δὲν τιμώρησε, ἂν καὶ μποροῦσε. Καὶ πάνω στὸ σταυρὸ ἀκόμη προσευχήθηκε ὑπὲρ τῶν σταυρωτῶν του. Ἀλλ᾽ ἐνῷ δὲν τιμώρησε ἄνθρωπο, ἔδωσε ὅμως δύο δείγματα τῆς τιμωρητικῆς του δικαιοσύνης – γιατὶ ὁ Χριστὸς δὲν εἶνε μόνο ἀγάπη, εἶνε καὶ δικαιοσύνη «καὶ δικαιοσύνας ἠγάπησεν» (Ψαλμ. 10,7· 44,8), καὶ μᾶς προτρέπει «Δικαιοσύνην μάθετε, οἱ ἐνοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς» (Ἠσ. 26,9). Συνεπῶς βραβεύει τὸ καλὸ καὶ τιμωρεῖ τὸ κακό. Δεῖγμα λοιπὸν τῆς τιμωρητικῆς δυνάμεώς του εἶνε δύο παραδείγματα στὴ Γραφή. Τὸ ἕνα εἶνε ὅτι ἐπέτρεψε νὰ μποῦν τὰ δαιμόνια σ᾽ ἕνα κοπάδι χοίρων ποὺ ἔτρεφαν οἱ Γαδαρηνοί, οἱ χοῖροι ὥρμησαν στὸ γκρεμὸ καὶ πνίγηκαν (βλ. Ματθ. 8,28-32). Ἦταν τιμωρία τῆς πλεονεξίας καί φιλαργυρίας τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων.
Τὸ ἄλλο εἶνε αὐτὸ ποὺ ἀκοῦμε σήμερα στὸ εὐαγγέλιο, ὅτι ξήρανε ἕνα δέντρο, γιὰ νὰ δώσῃ ἕνα δίδαγμα. Ποιό δίδαγμα; Παρακαλῶ προσέξτε.

Δὲν τὸ λέω ἐγώ, τὸ λέει ὁ Πλάτων· ὁ ἄνθρωπος εἶνε δέντρο, μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι τὸ δέντρο δὲν αἰσθάνεται, ἐνῷ αὐτὸς αἰσθάνεται, ἔχει λογική. Ὅπως τὸ δέντρο ἔχει ῥίζα, κι ὁ ἄνθρωπος ἔχει ῥίζα. Ἡ ῥίζα τοῦ δέντρου εἶνε κάτω στὴ γῆ, ἡ ῥίζα τοῦ ἀνθρώπου εἶνε πάνω στὸν οὐρανό· ὁ ἄνθρωπος συνδέεται μὲ τὸ Θεὸ καὶ ἀπὸ αὐτὸν ἀντλεῖ πνοή· ἂν κοπῇ αὐτὴ ἡ ῥίζα, ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἕνα κτῆνος πλέον. Ἄλλες ὁμοιότητες· τὸ δέντρο ἔχει φύλλα, καὶ ὁ ἄνθρωπος ἔχει φύλλα· τὰ «φύλλα» τοῦ ἀνθρώπου εἶνε τὰ καλά του λόγια. Τὸ δέντρο ἔχει ἄνθη, ἄνθρωπος ἔχει ἄνθη· τὰ «ἄνθη» του εἶνε τὰ εὐγενῆ συναισθήματα καὶ οἱ ὡραῖες ἐφέσεις. Τὸ δέντρο ἔχει καρπούς, καὶ γι᾽ αὐτοὺς κυρίως ὑπάρχει· καὶ ὁ ἄνθρωπος ἔχει καρπούς· οἱ «καρποὶ» τοῦ ἀνθρώπου εἶνε τὰ καλά του ἔργα.
Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ βλέπουμε, ὅτι ἡ ξηρανθεῖσα συκῆ εἶνε σύμβολο κάποιων ἀνθρώπων. Ποιῶν;
⃝ Συμβολίζει πρῶτον καὶ κυρίως τὴν ἰουδαϊκὴ συναγωγή. Τί ἔκαναν οἱ ἰουδαῖοι καὶ ἰδίως οἱ ἡγέται τους οἱ φαρισαῖοι; Εἶχαν ναό, ἔκαναν καθημερινῶς θυσίες, νηστεῖες μεγάλες, προσευχὲς μακρές, ἐλεημοσύνες ἐπιδεικτικές. Ὅλα τὰ εἶχαν, ἀλλὰ τὸ Θεὸ δὲν τὸν εἶχαν. Ἀπόδειξις ὅτι, ὅταν ἦλθε ὁ Χριστός, τὸν σταύρωσαν.
Ἦταν λοιπὸν ὑποκριταί. Καὶ ἡ συκιὰ εἶνε σύμβολο τῶν ὑποκριτῶν ἰουδαίων, ποὺ ἐμφάνιζαν ἕνα ἐξωτερικὸ μεγαλεῖο, ἀλλὰ μέσα τους δὲν εἶχαν τίποτε. Ἔμοιαζαν, κατὰ μία ἄλλη εἰκόνα ποὺ εἶπε ὁ Χριστός, μὲ τάφους, ποὺ ἀπ᾽ ἔξω εἶνε ὡραῖοι, ἀλλὰ μέσα εἶνε πλήρεις «ὀστέων νεκρῶν καὶ πάσης ἀκαθαρσίας» (Ματθ. 23,27). Ἡ ξηρανθεῖσα συκῆ λοιπὸν εἶνε σύμβολο ὅλου τοῦ ἰουδαϊσμοῦ, τὸν ὁποῖο ἀποδοκίμασε ὁ Θεός.
Κι αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Χριστός, «Μηκέτι ἐκ σοῦ καρπὸς γένηται εἰς τὸν αἰῶνα» (ἔ.ἀ. 12,19), εἶνε καὶ προφητεία. Μέχρι σήμερα βλέπουμε ὅτι τὸ δέντρο τοῦ Ἰσραὴλ εἶνε ἄκαρπο, ἀρνητικὸς εἶνε ὁ ῥόλος του στὸν κόσμο· τίποτε θετικὸ δὲν ἔχει παρουσιάσει καὶ δὲν ἑλκύει τὴ συμπάθεια. Μ᾽ αὐτὰ δὲν κατηγοροῦμε τὸ λαὸ αὐτό· ξέρουμε ὅτι μιὰ μέρα οἱ Ἰσραηλῖτες θὰ μετανοήσουν
καὶ θὰ πιστέψουν κι αὐτοὶ στὸ Χριστό (βλ. ῾Ρωμ. 11,26). Μέχρι τώρα πάντως εἶνε δένδρο ξηραμμένο· μόνο καρποὺς πικροὺς παράγει στὸν κόσμο.
⃝ Ἀλλ᾽ ὅπως ὁ Θεὸς φύτευσε στὴν παλαιὰ διαθήκη τὸν Ἰσραὴλ γιὰ νὰ εἶνε καρποφόρο δέντρο, παράγων πολιτισμοῦ καὶ ἐξημερώσεως τῆς ἀνθρωπότητος καὶ πρωτοπόρο στὴ θεογνωσία, ἔτσι στὴν καινὴ διαθήκη ἐξέλεξε τὸ δικό μας ἔθνος. Ὅταν Ἕλληνες ζήτησαν νὰ δοῦν τὸ Χριστό, ἐκεῖνος εἶπε· «Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου» (Ἰω. 12,23). Ἔτσι τὸ ἔθνος μας ἔγινε χριστιανικό. Σήμερα ὅμως εἴμαστε χριστιανικὸ ἔθνος; Τυπικῶς εἴμαστε· στὴν οὐσία δὲν εἴμαστε, ἀφοῦ ἀπομακρυνθήκαμε ἀπὸ τὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου· δὲν ἔχουμε νὰ δείξουμε ἔργα φωτεινά, ἅγια, καρποὺς καλούς. Ἑπομένως ἡ ἄκαρπη συκιὰ συμβολίζει τὴν ἀκαρπία καὶ τοῦ δικοῦ μας ἔθνους.
⃝ Τέλος συμβολίζει καὶ κάθε ψευδοχριστιανό, ποὺ ἔχει μὲν φύλλα καὶ ἀνθούς, ἀλλὰ δὲν ἔχει καρπούς. Τέτοιοι εἶνε οἱ χριστιανοὶ τοῦ αἰῶνος μας, οἱ χριστιανοὶ τῆς ταυτότητος, τῶν ἑορτῶν καὶ πανηγύρεων. Μπορεῖ νὰ ἐμφανίζωνται κάπου – κάπου στὴν ἐκκλησία, νὰ προσκυνοῦν εἰκόνες, ν᾽ ἀνάβουν κανένα κερί, νὰ νηστεύουν λίγο, νὰ ἐκτελοῦν μερικὰ τυπικὰ καθήκοντα· ἀλλ᾽ αὐτὰ εἶνε φύλλα. Καλὰ εἶνε κι αὐτά, ποιός τὰ καταδικάζει; εἶνε ὅμως ἁπλῶς φύλλα. Καὶ τὰ φύλλα ὑπάρχουν γιὰ τὸν καρπό.
Ἀναγκαῖα λοιπὸν κι αὐτά, μὰ δὲν ἀρκοῦν. Ὁ Χριστιανὸς πρέπει νὰ δώσῃ καὶ καρπούς. Καὶ καρποὶ εἶνε τὰ ἔργα, οἱ πράξεις, οἱ θυσίες, ἡ αὐταπάρνησις, ἡ τήρησις τῶν ἐντολῶν, ὁ ἀγώνας γιὰ ἀγάπη, δικαιοσύνη, ἁγιότητα.

* * *

Θὰ ὠφεληθοῦμε σήμερα, ἀγαπητοί μου, ἐὰν καθένας μας τὸ βράδυ στὸ σπίτι, προτοῦ πέσῃ νὰ κοιμηθῇ, ἀναρωτηθῇ· Εἶμαι δέντρο φυτεμένο ἐδῶ 20, 30, 70, 80 χρόνια, ὅσα δώσῃ ὁ Θεός· τί ἔχω ἀποδώσει;…
Τοὺς καρποὺς τῶν δέντρων τοὺς γνωρίζουμε· οἱ καρποὶ ποὺ περιμένει ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὸν Χριστιανὸ ποιοί εἶνε; Σᾶς παρακαλῶ ἀνοῖξτε τὴν Καινὴ Διαθήκη σας στὴν πρὸς Γαλάτας ἐπιστολή, κεφάλαιο 5ο, στίχο 22· ἐκεῖ θὰ δῆτε, ὅτι οἱ καρποὶ τοῦ δέντρου ποὺ λέγεται βαπτι-σμένος Χριστιανὸς εἶνε ἐννέα. Πρῶτος εἶνε ἡ ἀγάπη, ἡ κάθετος (πρὸς τὸν Θεό) καὶ ἡ ὁριζοντία (πρὸς τὸν πλησίον)· ἐὰν δὲν ἔχω ἀγάπη, εἶμαι «κύμβαλον ἀλαλάζον» (Α΄ Κορ. 13,1). Τοὺς ἄλλους καρποὺς δὲν σᾶς τοὺς λέω· κεντῶ τὴν περιέργειά σας νὰ τοὺς βρῆτε ἐσεῖς…
Εἴμαστε σὰν δέντρο «πεφυτευμένον παρὰ τὰς διεξόδους τῶν ὑδάτων» (Ψαλμ. 1,3). Καὶ μᾶς ποτίζει ὁ Θεὸς ὄχι μὲ νερὸ ἀλλὰ μὲ τὸ ἴδιο του τὸ αἷμα! «Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες…», εἶπε (Ματθ. 26,27). Γι᾽ αὐτὸ ἔχει ἀπαιτήσεις. «Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων», λέει, «ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (ἔ.ἀ.μ5,16). Γιὰ ὅποιον θὰ μείνῃ ἄκαρπη συκιά, ὅπως ὁ Ἰούδας κι ὅπως ἡ ἰουδαϊκὴ συναγωγή, ἰσχύει –ἀλλοίμονο– ἡ κατάρα τοῦ Χριστοῦ «Μηκέτι ἐκ σοῦ καρπὸς γένηται εἰς τὸν αἰῶνα» (ἔ.ἀ. 21,19) καὶ τὰ ἀπειλητικὰ λόγια τοῦ Προδρόμου πρὸς ὅλους, λαϊκοὺς καὶ κληρικούς, ἄρχοντες καὶ ἀρχομένους· «Ἤδη ἡ ἀξίνη πρὸς τὴν ῥίζαν τῶν δένδρων κεῖται· πᾶν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται» (ἔ.ἀ. 7,19), ξερριζώνεται καὶ ῥίχνεται στὴ φωτιά· σὲ φωτιὰ ὄχι ὑλικὴ ἀλλὰ «εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ» (ἔ.ἀ. 25,41).

Εἴθε ν᾽ ἀξιωθοῦμε νὰ εἴμαστε δέντρα καρποφόρα πρὸς δόξαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀ π ο μ α γ ν η τ ο φ ω ν η μ έ ν η ὁ μ ι λ ί α του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στὸν ἱ ερόν του Ἁγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης τ ὴ ν 1 9 – 4 – 1 9 8 1 τ ὸ β ρ ά δ υ .