Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2012

ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ: Μάθε να προσεύχεσαι

ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ: Μάθε να προσεύχεσαι: Μητροπολίτη Σουρόζ Anthony Bloom Αν η απελπισία μας πηγάζει α...

ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ: Εμφάνιση Αόρατου Αγιορείτη ασκητή

ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ: Εμφάνιση Αόρατου Αγιορείτη ασκητή: Μια συνάντηση που άλλαξε τη ζωή ενός λαού... Vatopaidi Ο μεγάλος σύγχρονος άγιος της Ρουμανίας πατήρ Αρσένιος Μπόκα ( † 28 Νοεμβρίου 19...

Η νόσος του δυτικού ανθρώπου & η θεραπεία της...

Ο άγιο Ιωάννης Μαξίμοβιτς, αρχιεπίσκοπος Σαγκάης & Σαν Φρανσίσκο, ο Θαυματουργός

Περιττεύει η επισήμανση ότι η κοινωνία της χώρας μας σε μεγάλο βαθμό είναι πλέον δυτική.
Αυτό δεν το εκλαμβάνω ως πρόοδο (άλλωστε και οι υπέρμαχοι του εκδυτικισμού σκανδαλίζονται από τη νόθα και πρόχειρη εισαγωγή του δυτικού πολιτισμού στη χώρα μας, που δε μας επιτρέπει καν να αναπτυχθούμε με δυτικό τρόπο), αλλά ως συνέπεια της αδυναμίας μας να συγκροτήσουμε τη δική μας νεωτερικότητα, αν και τα πνευματικά και υλικοτεχνικά εφόδια υπήρχαν – μια νεωτερικότητα οικολογική, προοδευτική και θεραπευτική τόσο των πληγών μας όσο και των πληγών του πλησίον. Αν γι’ αυτή την ολιγωρία αξιοποίησης της ρωμέικης σοφίας, λόγιας και λαϊκής (ρωμέικης λέγοντας, εννοώ όχι μόνο των Ελλήνων, αλλά όλων των λαών που απάρτιζαν τη βυζαντινή αυτοκρατορία ως ένα έθνος, το διαμελισμό του οποίου σε «εθνικά κράτη» με βάση τη νεωτερική αντίληψη θεωρώ τεχνητό), ευθύνεται η ιστορία ή οι πνευματικοί και πολιτικοί ταγοί ή ο καθένας μας, και σε ποιο βαθμό, ούτε κι αυτό επιθυμώ επί του παρόντος να διερευνήσω.
Δεν περιττεύει ωστόσο να διευκρινίσω ότι η Ορθοδοξία δεν αντιτίθεται ιδεολογικά στη δύση και το δυτικό πολιτισμό, ούτε και ταυτίζεται με οποιονδήποτε συγκεκριμένο εθνικό ή πολιτισμικό χώρο. Ως ορθόδοξος οφείλω και επιθυμώ να ομολογήσω ότι η δύση ευρίσκεται σε αιρετική αιχμαλωσία από τον 11ο αιώνα μ.Χ. και σε αθεϊστική αιχμαλωσία από το 17ο αιώνα. Οι δυτικοί αδελφοί μου δεν είναι εχθροί μου, αλλά η αιχμαλωσία τους, που είναι ο δικός τους εχθρός, είναι αυτόματα και δικός μου, όχι μόνο ή όχι τόσο λόγω των αντιπαραθέσεων του παρελθόντος (αν και δεν είναι όλες μακρινές, γιατί η σφαγή των Σέρβων από τους παπικούς Ουστάσι συνέβη μόλις το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο), όσο ακριβώς διότι ο δυτικός άνθρωπος είναι αδελφός μου και τα αδιέξοδά του μου προκαλούν οδύνη και με παρακινούν να του συμπαρασταθώ, αν μπορώ.

Η Ορθοδοξία δεν αντιτίθεται στη δύση (παρά μόνο στην αιχμαλωσία της δύσης), για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, γιατί οι πνευματικές ρίζες της δύσης είναι ορθόδοξες, πατερικές και αγιοπνευματικές. Όλοι οι δυτικοί λαοί έχουν αναδείξει πλήθος αγίων, μαρτύρων, ασκητών και Πατέρων της Εκκλησίας, που είναι κληρονόμοι της ίδιας ορθόδοξης πνευματικότητας με τους δικούς μας αντίστοιχους «ανατολικούς» αγίους.
Μιλάω βέβαια για τους αγίους των δυτικών λαών προ του Σχίσματος (που φωτισμένοι σύγχρονοι ορθόδοξοι διδάσκαλοι, όπως ο άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτςκαι ο π. Σεραφείμ Ρόουζ, αγωνίστηκαν να τιμήσουν, συχνά ενάντια σε αγκυλώσεις και προκαταλήψεις [1]), ενώ για τους μεγάλους θεολόγους και φιλοσόφους του καθολικισμού δε μπορώ να πω ότι ανήκουμε στον ίδιο πνευματικό χώρο· μάλλον σε ριζικά αντίθετο, παρά τα κοινά προβλήματα και την κοινή αγωνία που ενίοτε μας αδελφώνει [2]. Το ίδιο και με τους νεώτερους και σύγχρονους δυτικούς στοχαστές, θεολόγους και φιλοσόφους, οι οποίοι (και αυτός είναι ο δεύτερος λόγος που η Ορθοδοξία δεν αντιτίθεται στη δύση) φρονώ ότι βασανίζονται από την επίγνωση μιας πνευματικής κρίσης αιώνων, που γεννά ηθική και κοινωνική κρίση και της οποίας τα πολιτικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά και τις πολιτικές και κοινωνικές αιτίες και συνέπειες μπορούν να επισημάνουν, αλλά δε γνωρίζουν τη λύση της.
Δεν τη γνωρίζουν, γιατί οι ουσιώδεις (πνευματικές) αιτίες και συνέπειές της, καθώς και η λύση, βρίσκονται έξω από το δικό τους πολιτισμικό χώρο, στη ζωή και τη διδασκαλία των αγίων, δυτικών (ορθοδόξων) και ανατολικών, που όμως θεωρώ ταπεινά ότι η νεώτερη και σύγχρονη διανόηση δεν τους έχει αξιολογήσει σωστά, δίνοντας βάρος αποκλειστικά στη φιλοσοφία –έστω και υπό το όνομα της θεολογίας– και όχι στην αγιότητα, αφού ούτως ή άλλως και την τελευταία την εκλαμβάνει επίσης φιλοσοφικά. Δε θεωρεί δηλαδή ότι έχει να ωφεληθεί από τους βίους των αγίων, αλλά μόνον από τη σκέψη των μεγάλων Πατέρων, δηλαδή εκείνων των αγίων που υπήρξαν και φιλόσοφοι. Ο βίος μιας αγράμματης γιαγιάς, που όμως είχε φτάσει στη θέωση, δεν ενδιαφέρει τη σύγχρονη διανόηση – ο θεράπων της οποίας εξάλλου θα ρωτήσει πώς διαπιστώνεται ότι κάποιος «έφτασε στη θέωση» κ.τ.λ., διότι τα ορθόδοξα κριτήρια δεν τον πείθουν, καθότι μη ακαδημαϊκά [3].
Ας μου συγχωρεθεί να θεωρήσω ολέθρια αυτή την άποψη. Εξηγούμαι αμέσως:χωρίς τους βίους των αγίων δεν αποκαλύπτεται η «καλή αλλοίωση» του ανθρώπου, στην οποία οδηγεί η θεία χάρη, και η θεολογία εκπίπτει σε φιλοσοφία θρησκευτικού ενδιαφέροντος. Αν ο βίος σύγχρονων αγίων, θαυματουργών αλλά κατά κόσμον αγράμματων, όπως οι μεγάλοι γέροντες ΠορφύριοςΚαυσοκαλυβίτης και Παΐσιος Αγιορείτης, περιφρονούνται λόγω προκατάληψης από πολλούς ως γραώδεις μύθοι, ας μελετήσουν Σωφρόνιο του Έσσεξ(Σαχάρωφ) ή το βίο του αγίου Σιλουανού, γραμμένο από το Σωφρόνιο, ή το βιβλίο του Γεωργίου Κρουσταλλάκη, καθηγητή της Φιλοσοφικής Σχολής του πανεπιστημίου Αθηνών, για το γέροντα Πορφύριο ή το βίο του αγίου Λουκά του Ιατρού, καθηγητή του πανεπιστημίου της Τασκένδης, κ.τ.λ. Πηγές, δόξα τω Θεώ, υπάρχουν. Αναλυτικότερα βλ. στο άρθρο περί Νευροθεολογίας [& εδώ:Θαυματουργοί άγιοι: αλήθεια ή μύθος;].

Η νόσος του δυτικού ανθρώπου, που υπονοώ στο (δικό μου) τίτλο, είναι η παράνοια

Η δυτική σκέψη, στο βαθμό που αναγνωρίζει το πρόβλημα, έχει ήδη κάνει ένα μεγάλο και επαινετό βήμα προς τη σωτηρία του δυτικού ανθρώπου· το βήμα αυτό όμως δεν αποτελεί την ίδια τη σωτηρία, η οποία είναι η επιστροφή εις Χριστόν, δηλαδή στις ορθόδοξες ρίζες της ίδιας της δύσης. Ας μην παρανοηθώ, δεν εννοώ μια επιστροφή του δυτικού ανθρώπου «σε μας», στην «ορθόδοξη αγκαλιά μας», γιατί κι εμείς χρειαζόμαστε μια παρόμοια επιστροφή εις Χριστόν. Εννοώ ακριβώς αυτό που είπα· η δύση ανακάλυψε τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη, κάθε ηλικίας, φύλου, μορφωτικού και οικονομικού επιπέδου, ακόμη και τα δικαιώματα των ζώων, των φυτών και του ίδιου του πλανήτη(πράγματα, για τα οποία συχνά εμπνέεται από την παγανιστική ή πανθεϊστική κουλτούρα αλλότριων πολιτισμών), αλλά δεν ανακάλυψε τον τρόπο, με τον οποίο ο άνθρωπος θα υπερβεί τα πάθη του και θα σεβαστεί στην πράξη τα ανωτέρω δικαιώματα (του άλλου), ούτε το δρόμο που μέσα από αυτό το σεβασμό οδηγεί τον άνθρωπο στο θείο προορισμό του. Φυσικά δε γνωρίζει τις δικές της πηγές έμπνευσης γι’ αυτά τα θέματα, που θα μπορούσαν να την καθοδηγήσουν, και που είναι οι βίοι και η διδασκαλία των δικών της αρχαίων αγίων, της ενιαίας (και κατά τούτο ορθόδοξης – δυτικής, αλλά ενιαίας με τη δική μας) Εκκλησίας. Ανάλογη κρίση υφιστάμεθα και εμείς, εκδυτικισμένοι και αλλοτριωμένοι.
Η νεώτερη και σύγχρονη δυτική σκέψη λοιπόν δεν είναι εξίσου ωφέλιμη για τον άνθρωπο –ούτε για τον ίδιο το δυτικό άνθρωπο– με την πατερική σκέψη, ανατολική και δυτική, και γι’ αυτό δεν μπορούμε να τη θέσουμε στην ίδια θέση με την ορθόδοξη κληρονομιά (η οποία, το τονίζω ξανά, δεν είναι «δική μας», αλλά κι εμείς μετέχουμε σ’ αυτήν, όσο μετέχει έκαστος κατά την προαίρεσή του). Δεν καταξιώνεται ορθοδόξως ούτε από τη διαπίστωση των υπαρκτών πράγματι επιρροών από δυτικούς στοχαστές, όσο θεμελιώδεις κι αν είναι, σε νεώτερους διδασκάλους της ορθόδοξης θεολογίας, Ρώσους και Έλληνες –δηλαδή δασκάλους μας ή δασκάλους των δασκάλων μας [4]. Ας μην ξεχνάμε ότι εκείνοι οι διδάσκαλοι, ενίοτε μεγάλοι, επιχείρησαν να συγκροτήσουν ακαδημαϊκή θεολογία σε ένα τοπίο ερειπίων, καθώς και να διαλεχθούν με μια ακμάζουσα δυτική θεολογική και φιλοσοφική διανόηση. Και οι δύο τιτάνιες απόπειρες αιτιολογούν τις επιρροές τους, όπως συνέβη ακόμη και στους αρχαίους χριστιανούς Πατέρες ή σε Πατέρες της εποχής της Τουρκοκρατίας (π.χ. αγίους Πέτρο Μογίλα [5], Κύριλλο Λούκαρι κ.ά., ενώ γνωστές οι επισημάνσεις του Χρ. Γιανναρά, στο Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα, για τις δυτικές επιρροές στο έργο του αγ. Νικόδημου του Αγιορείτη), ανάλογα με το έργο που κλήθηκαν να επιτελέσουν σε κάθε εποχή, με στόχο φυσικά όχι πολιτικό ή κοινωνικό, ούτε καν «εθνικό», αλλά τη σωτηρία των ανθρώπων. ["Νεκρός": εδώ ίσως κάποιοι θυμώσουν, αλλά, εκτός του ότι πρέπει να αναδημοσιεύσω το άρθρο όπως είναι, πρέπει να πω πως οι εξωτερικές δυτικές επιρροές ή αφορμήσεις (εννοείται) δεν ακυρώνουν ούτε την ορθοδοξία ούτε την τεράστια πνευματική αξία του έργου των αυτών νεώτερων αγίων & θεολόγων].
Ωστόσο οι δυτικοί στοχαστές, που έστω ανακαλύπτουν τη σκέψη των Πατέρων και τη συζητούν, έχουν ήδη ανακαλύψει την απάντηση στην κρίση που υπαινίχθηκα παραπάνω, ενώ ορισμένοι βρίσκουν και το θάρρος να την αποδεχτούν. Οι τελευταίοι, όσο κι αν ακουστεί μη πολιτικά ορθό, είναι οι δυτικοί αδελφοί μας που γίνονται ορθόδοξοι, με ικανή μάλιστα προσφορά στον ορθόδοξο θεολογικό στοχασμό, από τον π. Πλακίδα Deseille και τον Ολιβιέ Κλεμάν ώς το Φίλιππο Σέρραρντ και τον επίσκοπο Κάλλιστο Ware ή τους Αμερικανούς ιερείς, ιερομόναχους και συγγραφείς Πέτρο Γκίλκουιστ, Σεραφείμ Ρόουζ, ΔαμασκηνόΚρίστενσεν κ.ά.

Φίλιππ Σέρανρτ, Ο βιασμός του ανθρώπου και της φύσεως (από εδώ). Προμηθευτείτε το εδώ.

Δηλαδή τους υπόλοιπους τους αποκλείω, τους «αναθεματίζω» κ.τ.τ.; Όχι, τους προσκαλώ· τους προσκαλώ σε μια ορθοδοξία που πολύ απέχει από το να συνιστά ιδεώδη κοινωνία αγίων, αν αυτό αναζητούν, είναι περισσότερο ένα νοσοκομείο και μάλιστα σε κρίση, αλλά μπορούν να διαλεχθούν με πολλούς καθ’ ημάς και εξ εσπερίας εκφραστές της ορθόδοξης πνευματικότητας, και ανέφερα ήδη μερικούς. Νομίζω ότι δε χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση αυτή η πρόταση.

Η Θεραπευτική των Πνευματικών Νοσημάτων του καθηγητή Ζ. Κ. Λασρέ είναι μια από τις σοβαρές προσπάθειες εξόδου από την πολύμορφη κρίση που τυραννάει την Ευρώπη εδώ και αιώνες.Προσπάθεια πνευματική, όχι πολιτική.



ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Βλ.
ιερομόναχος Δαμασκηνός, π. Σεραφείμ Ρόουζ, Η ζωή και τα έργα του, μτφρ. μοναχός Παΐσιος Νεοσκητιώτης, Μυριόβιβλος 2007, τ. Β΄, σελ. 520-543, για τις αντιδράσεις που γνώρισαν (αλλά και την ένθερμη αποδοχή από άλλους) οι πατέρες Σ. Ρόουζ και Γερμανός Ποντμοσένσκυ, όταν άρχισαν να δημοσιεύουν ιστορικά άρθρα για την αρχαία δυτική ορθοδοξία στο περιοδικό The OrthodoxWord.
[2] Ένα ιδιαίτερο κομμάτι της πνευματικότητας του καθολικισμού αποτελούν οι μυστικοί. Η ομάδα τους περιλαμβάνει ανθρώπους, «οι οποίοι προσεύχονταν, νήστευαν και αγρυπνούσαν, όπως οι παλιοί Πατέρες, που αφιερώνονταν με όλους τους τρόπους στους φτωχούς, τους αρρώστους και τους απόκληρους» (π. Πλακίδας Deseille, Η πορεία μου στην Ορθοδοξία, Ακρίτας 1993, σελ. 67, σημ. 15). Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η αξιολόγηση από τον άγιο γέροντα Σωφρόνιο Σαχάρωφ (σε νεαρή ηλικία ωστόσο, πάντως ήδη με κάποια πείρα προσευχής και χάριτος) των μυστικών εμπειριών του μεγάλου μυστικού της παπικής ΕκκλησίαςΙωάννη του Σταυρού· βλ. αρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Αγώνας Θεογνωσίας, έκδ. Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2004, σελ. 183-187 και 272-273.[Σε αυτή τη δημοσίευση του βιβλίου, δες σελ. 160-160 & 200-204. Ολόκληρα βιβλία του γέροντα Σωφρόνιου -και μελέτες γι' αυτόν- εδώ].
Είναι μεγάλος πειρασμός για τους ορθόδοξους να θεωρήσουμε τους δυτικούς αυτούς αγίους ως «καθ’ ημάς» αγίους, και δε μπορώ να αποκλείσω ως πολύ πιθανό ενδεχόμενο την ύπαρξη αγίων (όχι απλά σωσμένων) και στο χώρο του καθολικισμού, όπως και σε κάθε άλλο χώρο εκτός Εκκλησίας (ας με συγχωρέσουν ορισμένοι που τοποθετώ τον καθολικισμό εκτός Εκκλησίας, άσχετα ότι χρησιμοποιώ και το «παπική Εκκλησία» ως τεχνικό όρο· είναι σαφές ότι ανήκει είτε στο χώρο των σχισμάτων είτε, ως φρονώ ταπεινά, των αιρέσεων). Όμως απαιτείται προσοχή, δεδομένου ότι η κοινή αγωνία και τα κοινά εξωτερικά χαρακτηριστικά των αγώνων δε φανερώνουν οπωσδήποτε την ύπαρξη κοινού πνεύματος και κοινού αποτελέσματος, δηλαδή κοινής χάριτος.
Τρεις θεμελιώδεις αποκλίσεις των δυτικών μυστικών, που γέννησαν άλλες, είναι, κατ’ εμέ: α) ο υπερτονισμός του συναισθήματος, ως αντίβαρο στη νοησιαρχία του σχολαστικισμού και λόγω παρανόησης της πατερικής έννοιας τηςκαρδίας, που εξελήφθη ως ο χώρος των συναισθημάτων, σε αντίθεση με το νου(το «χώρο της λογικής»)· β) η άγνοια της επιστήμης της νοεράς προσευχής, άγνοια που είχε ως αποτέλεσμα τη χρησιμοποίηση της φαντασίας ως μέσου αναγωγής στο Θεό (πράγμα που αποφεύγουν με επιμέλεια οι αρχαίοι και οι ορθόδοξοι «εργάτες της νοεράς προσευχής»), ανοίγοντας το δρόμο για πλανημένα βιώματα· γ) η άγνοια της επιστήμης της διάκρισης των πνευμάτων (για την οποία βλ. στο άρθρο «Ιστορίες πλάνης»), που εμπόδισε τους δυτικούς μυστικούς να αξιολογήσουν με ασφάλεια τις δικές τους πνευματικές εμπειρίες διαχωρίζοντας τις πλάνες από τα γνήσια θεία βιώματα.
Προς διασάφηση παραπέμπω ενδεικτικά στο Α. Ι. Οσίποφ, καθηγητή της Θεολογικής Ακαδημίας της Μόσχας, Πνευματικοί λόγοι, για τους οποίους η Ορθοδοξία είναι η αληθινή πίστη (διάλεξη), Μόσχα 13 Σεπτεμβρίου 2000, όπου αξιολόγηση από ορθόδοξη πλευρά των πνευματικών εμπειριών κάποιων αγίων του καθολικισμού. Το κείμενο στα αγγλικά δημοσιεύεται εδώ.

[3] Στη βιβλιογραφία καταγράφονται πολλές περιπτώσεις σύγχρονων ανθρώπων, κατά κόσμον αγράμματων, που αγίασαν. Ενδεικτικά βλ. την περίπτωση της γερόντισσας Μαρίας, μεγαλόσχημης μοναχής και μητέρας του αγίου γέροντα Εφραίμ Κατουνακιώτη, στο Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης, έκδ. Ι. Ησυχαστηρίου «Άγιος Εφραίμ», Κατουνάκια Αγίου Όρους, σελ. 72-73.
Βλ. επίσης ενδιαφέρουσες περιπτώσεις στο βιβλίο του αγίου γέροντα Παΐσιου του Αγιορείτη Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα, έκδ. Ι. Ησυχαστηρίου Σουρωτής Θεσσαλονίκης 1993 (πρόσφατη ανατύπωση 2007), και στον τόμοΑσκητές μέσα στον κόσμο, έκδ. ησυχαστηρίου «Άγ. Ιωάννης ο Πρόδρομος», Μεταμόρφωση Χαλκιδικής 2008. Μια εντυπωσιακή μαρτυρία, σύγχρονη επίσης, καταγράφεται από τον καθηγητή π. Νικόλαο Λουδοβίκο στο «Ο Ησυχασμός είναι βιωμένη φυσιολογία», κατά την οποία μια ομάδα ολιγογράμματων κατοίκων ενός χωριού έξω από τη Θεσσαλονίκη του ανέφερε με πλήρη φυσικότητα ότι βλέπει κατά καιρούς «εκείνο το φως, το αείφωτο, βλέπεις μετά τον ήλιο και νομίζεις ότι είναι σκοτάδι, ένα φως το οποίο κατεβαίνει και βλέπεις πράγματα, πολλά πράγματα, καταστάσεις, παρόν, παρελθόν, το μέλλον εκεί μέσα κ.λ.π.».

[4] «Όπως και να έχει το πράγμα, μόνον η αυτοδύναμη συνάντηση της Ορθοδοξίας με τη δυτική φιλοσοφική και θεολογική νεωτερικότητα –κάτι που άρχισε μόλις τον 19ο αιώνα στη Ρωσσία– επέτρεψε ξανά θεολογικό και εκκλησιολογικό ειδικά προβληματισμό στον ορθόδοξο χώρο, συνυφασμένο με θεμελιώδη οντολογικά, κοσμολογικά και υπαρξιακά ερωτήματα – τέτοιον που θα μπορούσε ίσως να τεθεί στο πλάι αυτού των πρώτων αιώνων της ελληνικής πατερικής συνθέσεως», π. Νικολάου Λουδοβίκου, Η αποφατική εκκλησιολογία του ομοουσίου, Αρμός 2002, σελ. 95.


Και: «Η λεγόμενη “θεολογική γενιά του ’60” […] χάρισε δηλαδή τη σπάνια ευφορία μιας ταυτότητας στον ήδη σαλευόμενο μέσα στις δίνες της δυτικής μετανεωτερικότητας Νεοέλληνα Ορθόδοξο – αν και τούτο το πέτυχε όχι πάντοτε παράγοντας ένα πρωτογενές ή πρωτότυπο έργο, αλλά κυρίως προσλαμβάνοντας, όσο πιο δημιουργικά μπόρεσε, μέρος του καινοφανούς φιλοσοφικοθεολογικού οργασμού στον ρωσικό ιδίως χώρο, αλλά και στον γόνιμο χώρο της νεώτερης δυτικής θεολογικοφιλοσοφικής αυτοσυνειδησίας, κατά τους δύο τελευταίους αιώνες», του ίδιου, Οι τρόμοι του προσώπου και τα βάσανα του έρωτα, Αρμός 2009, σελ. 70. Σε αυτά και εκτενέστερη διαπραγμάτευση του θέματος.

[5] Τιμάται στις 31 Δεκεμβρίου από τη Ρωσική Εκκλησία. Βλ. Γεωργίου Εμμ. Πιπεράκι, Πανάγιον, έκδ. «Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος», Μήλεσι 2006, σελ. 259. ["Νεκρός": την Ομολογία του Πέτρου Μογίλα, αν και θεωρήθηκε αποκλίνουσα προς τον καθολικισμό, τη χρησιμοποιεί (ορθά προφανώς) ως πηγή ο άγ. Νεκτάριος στο βιβλίο του Περί αθανασίας της ψυχής και ιερών μνημοσύνων, π.χ. σελ. 163-171, Αθήναι 1972, διάφορες παραπομπές (απόσπασμα του βιβλίου εδώ, χωρίς αναφορά στον Π. Μογίλα - δες το συγγραφικό έργο του αγίου εδώ)].

Ανεβάζω τα παρακάτω όπως είναι από εδώ. Μπείτε στο αρχικό site για τιςλεπτομέρειες. Είναι ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΔΕΙΓΜΑ της αρχαίας πνευματικής παράδοσης της Δυτ. Ευρώπης, οι πνευματικές (δυτικές ορθόδοξες) ρίζες της Δύσης...
Αναφορές σε ορθόδοξους αγίους της Δύσης στα ελληνικά αναζητήστε (μέσα σε άλλα) κι εδώ.

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2012

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ


Ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου

Νηστεύει ἡ ψυχή μου ἀπὸ πάθη
καὶ τὸ σῶμα μου ὁλόκληρο τὴν ἀκολουθεῖ.
Οἱ ἀπαραίτητες μόνο ἐπιθυμίες -
καὶ τὸ κρανίο μου ὁλημερὶς χῶρος μετανοίας
ὅπου ἡ προσευχὴ παίρνει τὸ σχῆμα θόλου.

Κύριε, ἀνῆκα στοὺς ἐχθρούς σου.
Σὺ εἶσαι ὅμως τώρα ποὺ δροσίζεις
τὸ μέτωπό μου ὡς γλυκύτατη αὔρα.
Ἔβαλες μέσα μου πένθος χαρωπὸ
καὶ γύρω μου
ὅλα πιὰ ζοῦν καὶ λάμπουν.
Σηκώνεις τὴν πέτρα - καὶ τὸ φίδι
φεύγει καὶ χάνεται.
Ἀπ᾿ τὴν ἀνατολὴ ὡς τὸ βασίλεμμα τοῦ ἥλιου
θυμᾶμαι πὼς εἶχες κάποτε σάρκα καὶ ὀστὰ γιὰ μένα.
Ἡ νύχτα καθὼς τὴν πρόσταξες ἀπαλὰ μὲ σκεπάζει
κι ὁ ὕπνος - ποὺ ἄλλοτε ἔλεγα πὼς ὁ μανδύας του
μὲ χίλια σκοτάδια εἶναι καμωμένος,
ὁ μικρὸς λυτρωτής, ὅπως ἄλλοτε ἔλεγα -
μὲ παραδίδει ταπεινὰ στὰ χέρια σου...
Μὲ τὴ χάρη σου ζῶ τὴν πρώτη λύτρωσή μου.

Νίκος Γκάτσος - Ἀμοργός



Νίκος Γκάτσος - Ἀμοργός

Νίκος Γκάτσος (1911-1992): ποιητής, μεταφρασ

τὴς καὶ στιχουργὸς ἀπὸ τὴν Ἀσέα Γορτυνίας.



Κακοὶ μάρτυρες ἀνθρώποισιν ὀφθαλμοὶ
καὶ ὦτα βαρβάρους ψυχὰς ἐχόντων.
HPAKΛEITOΣ

Μὲ τὴν πατρίδα τους δεμένη στὰ πανιὰ καὶ τὰ κουπιὰ στὸν ἄνεμο κρεμασμένα
Οἱ ναυαγοὶ κοιμήθηκαν ἥμεροι σὰν ἀγρίμια νεκρὰ μέσα στῶν σφουγγαριῶν τὰ σεντόνια
Ἀλλὰ τὰ μάτια τῶν φυκιῶν εἶναι στραμένα στὴ θάλασσα
Μήπως τοὺς ξαναφέρει ὁ νοτιᾶς μὲ τὰ φρεσκοβαμένα λατίνια

Κι ἕνας χαμένος ἐλέφαντας ἀξίζει πάντοτε πιὸ πολὺ ἀπὸ δυὸ στήθια κοριτσιοῦ ποὺ σαλεύουν
Μόνο ν᾿ ἀνάψουνε στὰ βουνὰ οἱ στέγες τῶν ἐρημοκκλησιῶν μὲ τὸ μεράκι τοῦ ἀποσπερίτη
Νὰ κυματίσουνε τὰ πουλιὰ στῆς λεμονιᾶς τὰ κατάρτια
Μὲ τῆς καινούργιας περπατησιᾶς τὸ σταθερὸ ἄσπρο φύσημα
Καὶ τότε θά ῾ρθουν ἀέρηδες σώματα κύκνων ποὺ μείνανε ἄσπιλοι τρυφεροὶ καὶ ἀκίνητοι

Μὲς στοὺς ὁδοστρωτῆρες τῶν μαγαζιῶν μέσα στῶν λαχανόκηπων τοὺς κυκλῶνες
Ὅταν τὰ μάτια τῶν γυναικῶν γίναν κάρβουνα κι ἔσπασαν οἱ καρδιὲς τῶν καστανάδων
Ὅταν ὁ θερισμὸς ἐσταμάτησε κι ἄρχισαν οἱ ἐλπίδες τῶν γρύλων


Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν κι ἐσεῖς παλληκάρια μου μὲ τὸ


κρασὶ τὰ φιλιὰ καὶ τὰ φύλλα στὸ στόμα σας
Θέλω νὰ βγεῖτε γυμνοὶ στὰ ποτάμια
Νὰ τραγουδῆστε τὴ Μπαρμπαριὰ ὅπως ὁ ξυλουργὸς κυνηγάει τοὺς σκίνους
Ὅπως περνάει ἡ ὄχεντρα μὲς ἀπ᾿ τὰ περιβόλια

τῶν κριθαριῶν


Μὲ τὰ περήφανα μάτια της ὀργισμένα
Κι ὅπως οἱ ἀστραπὲς ἁλωνίζουν τὰ νιάτα.

Καὶ μὴ γελᾶς καὶ μὴν κλαῖς καὶ μὴ χαίρεσαι
Μὴ σφίγγεις ἄδικα τὰ παπούτσια σου σὰ νὰ φυτεύεις πλατάνια
Μὴ γίνεσαι ΠEΠPΩMENON
Γιατί δὲν εἶναι ὁ σταυραητὸς ἕνα κλεισμένο

συρτάρι
Δὲν εἶναι δάκρυ κορομηλιᾶς οὔτε χαμόγελο νούφαρου
Οὔτε φανέλα περιστεριοῦ καὶ μαντολίνο Σουλτάνου

Οὔτε μεταξωτὴ φορεσιὰ γιὰ τὸ κεφάλι τῆς φάλαινας.
Εἶναι πριόνι θαλασσινὸ ποὺ πετσοκόβει τοὺς γλάρους
Εἶναι προσκέφαλο μαραγκοῦ εἶναι ρολόι ζητιάνου
Εἶναι φωτιὰ σ᾿ ἕνα γύφτικο ποὺ κοροϊδεύει


τὶς παπαδιὲς καὶ νανουρίζει τὰ κρίνα
Εἶναι τῶν Τούρκων συμπεθεριὸ τῶν Αὐστραλῶν πανηγύρι

Εἶναι λημέρι τῶν Οὔγγρων
Ποὺ τὸ χινόπωρο οἱ φουντουκιὲς πᾶνε κρυφὰ κι ἀνταμώνουνται

Βλέπουν τοὺς φρόνιμους πελαργοὺς νὰ βάφουν μαῦρα τ᾿ αὐγά τους
Καὶ τόνε κλαῖνε κι αὐτὲς
Καῖνε τὰ νυχτικά τους καὶ φοροῦν τὸ μισοφόρι τῆς πάπιας
Στρώνουν ἀστέρια καταγῆς γιὰ νὰ πατήσουν οἱ βασιλιάδες
Μὲ τ᾿ ἀσημένια τους χαϊμαλιὰ μὲ τὴν κορώνα καὶ τὴν πορφύρα
Σκορπᾶνε δεντρολίβανο στὶς βραγιὲς


Γιὰ νὰ περάσουν οἱ ποντικοὶ νὰ πᾶνε σ᾿ ἄλλο κελλάρι
Νὰ μποῦνε σ᾿ ἄλλες ἐκκλησιὲς νὰ φᾶν τὶς Ἅγιες Τράπεζες
Κι οἱ κουκουβάγιες παιδιά μου
Οἱ κουκουβάγιες οὐρλιάζουνε
Κι οἱ πεθαμένες καλογριὲς σηκώνουνται νὰ χορέψουν
Μὲ ντέφια τούμπανα καὶ βιολιὰ μὲ πίπιζες καὶ λαγοῦτα
Μὲ φλάμπουρα καὶ μὲ θυμιατὰ μὲ βότανα καὶ μαγνάδια
Μὲ τῆς ἀρκούδας τὸ βρακὶ στὴν παγωμένη κοιλάδα
Τρῶνε τὰ μανιτάρια τῶν κουναβιῶν

Παίζουν κορῶνα-γράμματα τὸ δαχτυλίδι τ᾿ Ἅη-Γιαννιοῦ καὶ τὰ φλουριὰ τοῦ Ἀράπη
Περιγελᾶνε τὶς μάγισσες
Κόβουν τὰ γένια ἑνὸς παπᾶ μὲ τοῦ Κολοκοτρώνη τὸ γιαταγάνι
Λούζονται μὲς στὴν ἄχνη τοῦ λιβανιοῦ
Κι ὕστερα ψέλνοντας ἀργὰ μπαίνουν ξανὰ στὴ γῆ καὶ σωπαίνουν
Ὅπως σωπαίνουν τὰ κύματα ὅπως ὁ κοῦκος τὴ χαραυγὴ ὅπως ὁ λύχνος τὸ βράδυ.

Ἔτσι σ᾿ ἕνα πιθάρι βαθὺ τὸ σταφύλι ξεραίνεται καὶ στὸ καμπαναριὸ μιᾶς συκιᾶς κιτρινίζει τὸ μῆλο
Ἔτσι μὲ μιὰ γραβάτα φανταχτερὴ


Στὴν τέντα τῆς κληματαριᾶς τὸ καλοκαίρι ἀνασαίνει
Ἔτσι κοιμᾶται ὁλόγυμνη μέσα στὶς ἄσπρες κερασιὲς μία τρυφερή μου ἀγάπη
Ἕνα κορίτσι ἀμάραντο σὰ μυγδαλιᾶς κλωνάρι
Μὲ τὸ κεφάλι στὸν ἀγκώνα της γερτὸ καὶτὴν παλάμη πάνω στὸ φλουρί της

Πάνω στὴν πρωινή του θαλπωρὴ ὅταν σιγὰ σιγὰ σὰν τὸν κλέφτη
Ἀπὸ τὸ παραθύρι τῆς ἄνοιξης μπαίνει ὁ αὐγερινὸς νὰ τὴν ξυπνήσει!

Λένε πὼς τρέμουν τὰ βουνὰ καὶ πὼς θυμώνουν τὰ ἔλατα

Ὅταν ἡ νύχτα ροκανάει τὶς πρόκες τῶν κεραμιδιῶν νὰ μποῦν οἱ καλικάντζαροι μέσα
Ὅταν ρουφάει ἡ κόλαση τὸν ἀφρισμένο μόχθο τῶν χειμάῤῥων
Ἢ ὅταν ἡ χωρίστρα τῆς πιπεριᾶς γίνεται τοῦ βοριᾶ κλωτσοσκούφι.

Μόνο τὰ βόδια τῶν Ἀχαιῶν μὲς στὰ παχιὰ λιβάδια τῆς Θεσσαλίας

Βόσκουν ἀκμαῖα καὶ δυνατὰ μὲ τὸν αἰώνιο ἥλιο ποὺ τὰ κοιτάζει
Τρῶνε χορτάρι πράσινο φύλλα τῆς λεύκας σέλινα πίνουνε καθαρὸ νερὸ μὲς στ᾿ αὐλάκια
Μυρίζουν τὸν ἱδρώτα τῆς γῆς κι ὕστερα πέφτουνε βαριὰ κάτω ἀπ᾿ τὸν ἴσκιο τῆς ἰτιᾶς νὰ κοιμηθοῦνε.


Πετᾶτε τοὺς νεκροὺς εἶπ᾿ ὁ Ἡράκλειτος κι εἶδε τὸν οὐρανὸ νὰ χλωμιάζει
Κι εἶδε στὴ λάσπη δυὸ μικρὰ κυκλάμινα νὰ φιλιοῦνται
Κι ἔπεσε νὰ φιλήσει κι αὐτὸς τὸ πεθαμένο σῶμα του μὲς στὸ φιλόξενο χῶμα
Ὅπως ὁ λύκος κατεβαίνει ἀπ᾿ τοὺς δρυμοὺς νὰ δεῖ τὸ ψόφιο σκυλὶ καὶ νὰ κλάψει.
Τί νὰ μοῦ κάμει ἡ σταλαγματιὰ ποὺ λάμπει στὸ μέτωπό σου;
Τὸ ξέρω πάνω στὰ χείλια σου ἔγραψε ὁ κεραυνὸς τ᾿ ὄνομά του
Τὸ ξέρω μέσα στὰ μάτια σου ἔχτισε ἕνας ἀητὸς τὴ φωλιά του
Μὰ ἐδῶ στὴν ὄχτη τὴν ὑγρὴ μόνο ἕνας δρόμος ὑπάρχει
Μόνο ἕνας δρόμος ἀπατηλὸς καὶ πρέπει νὰ τὸν περάσεις
Πρέπει στὸ αἷμα νὰ βουτηχτεῖς πρὶν ὁ καιρὸς σὲ προφτάσει
Καὶ νὰ διαβεῖς ἀντίπερα νὰ ξαναβρεῖς τοὺς συντρόφους σου
Ἄνθη πουλιὰ ἐλάφια
Νὰ βρεῖς μίαν ἄλλη θάλασσα μίαν ἄλλη ἁπαλοσύνη
Νὰ πιάσεις ἀπὸ τὰ λουριὰ τοῦ Ἀχιλλέα τ᾿ ἄλογα
Ἀντὶ νὰ κάθεσαι βουβὴ τὸν ποταμὸ νὰ μαλώνεις
Τὸν ποταμὸ νὰ λιθοβολεῖς ὅπως ἡ μάνα τοῦ Κίτσου.
Γιατί κι ἐσὺ θά ῾χεις χαθεῖ κι ἡ ὀμορφιά σου θά ῾χει γεράσει.
Μέσα στοὺς κλώνους μιᾶς λυγαριᾶς βλέπω τὸ παιδικό σου πουκάμισο νὰ στεγνώνει
Πάρ᾿ το σημαία τῆς ζωῆς νὰ σαβανώσεις τὸ θάνατο
Κι ἂς μὴ λυγίσει ἡ καρδιά σου
Κι ἂς μὴν κυλήσει τὸ δάκρυ σου πάνω στὴν ἀδυσώπητη τούτη γῆ
Ὅπως ἐκύλησε μιὰ φορὰ στὴν παγωμένη ἐρημιὰ τὸ δάκρυ τοῦ πιγκουίνου
Δὲν ὠφελεῖ τὸ παράπονο
Ἴδια παντοῦ θά ῾ναι ἡ ζωὴ μὲ τὸ σουραύλι τῶν φιδιῶν στὴ χώρα τῶν φαντασμάτων
Μὲ τὸ τραγούδι τῶν ληστῶν στὰ δάση τῶν ἀρωμάτων
Μὲ τὸ μαχαίρι ἑνὸς καημοῦ στὰ μάγουλα τῆς ἐλπίδας
Μὲ τὸ μαράζι μιᾶς ἄνοιξης στὰ φυλλοκάρδια τοῦ γκιώνη
Φτάνει ἕνα ἀλέτρι νὰ βρεθεῖ κι ἕνα δρεπάνι κοφτερὸ σ᾿ ἕνα χαρούμενο χέρι
Φτάνει ν᾿ ἀνθίσει μόνο
Λίγο στάρι γιὰ τὶς γιορτὲς λίγο κρασὶ γιὰ τὴ θύμηση λίγο νερὸ γιὰ τὴ σκόνη...

Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ ἥλιος δὲν ἀνατέλλει
Μόνο σκουλήκια βγαίνουνε νὰ κοροϊδέψουν τ᾿ ἄστρα
Μόνο φυτρώνουν ἄλογα στὶς μυρμηγκοφωλιὲς
Καὶ νυχτερίδες τρῶν πουλιὰ καὶ κατουρᾶνε σπέρμα.

Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ δὲ βασιλεύει ἡ νύχτα
Μόνο ξερνᾶν οἱ φυλλωσιὲς ἕνα ποτάμι δάκρυα
Ὅταν περνάει ὁ διάβολος νὰ καβαλήσει τὰ σκυλιὰ
Καὶ τὰ κοράκια κολυμπᾶν σ᾿ ἕνα πηγάδι μ᾿ αἷμα.

Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ τὸ μάτι ἔχει στερέψει
Ἔχει παγώσει τὸ μυαλὸ κι ἔχει ἡ καρδιὰ πετρώσει
Κρέμονται σάρκες βατραχιῶν στὰ δόντια τῆς ἀράχνης
Σκούζουν ἀκρίδες νηστικὲς σὲ βρυκολάκων πόδια.

Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ βγαίνει χορτάρι μαῦρο
Μόνο ἕνα βράδυ τοῦ Μαγιοῦ πέρασε ἕνας ἀγέρας
Ἕνα περπάτημα ἐλαφρὺ σὰ σκίρτημα τοῦ κάμπου
Ἕνα φιλὶ τῆς θάλασσας τῆς ἀφροστολισμένης.

Κι ἂν θὰ διψάσεις γιὰ νερὸ θὰ στίψουμε ἕνα σύννεφο
Κι ἂν θὰ πεινάσεις γιὰ ψωμὶ θὰ σφάξουμε ἕνα ἀηδόνι
Μόνο καρτέρει μία στιγμὴ ν᾿ ἀνοίξει ὁ πικραπήγανος
N᾿ ἀστράψει ὁ μαῦρος οὐρανὸς νὰ λουλουδίσει ὁ φλόμος.

Μὰ εἶταν ἀγέρας κι ἔφυγε κορυδαλλὸς κι ἐχάθη
Εἶταν τοῦ Μάη τὸ πρόσωπο τοῦ φεγγαριοῦ ἡ ἀσπράδα
Ἕνα περπάτημα ἐλαφρὺ σὰ σκίρτημα τοῦ κάμπου
Ἕνα φιλὶ τῆς θάλασσας τῆς ἀφροστολισμένης.

Ξύπνησε γάργαρο νερὸ ἀπὸ τὴ ρίζα τοῦ πεύκου νὰ βρεῖς τὰ μάτια τῶν σπουργιτιῶν καὶ νὰ τὰ ζωντανέψεις ποτίζοντας τὸ χῶμα μὲ μυρωδιὰ βασιλικοῦ καὶ μὲ σφυρίγματα σαύρας. Τὸ ξέρω εἶσαι μία φλέβα γυμνὴ κάτω ἀπὸ τὸ φοβερὸ βλέμμα τοῦ ἀνέμου εἶσαι μία σπίθα βουβὴ μέσα στὸ λαμπερὸ πλῆθος τῶν ἄστρων. Δὲ σὲ προσέχει κανεὶς κανεὶς δὲ σταματᾶ ν᾿ ἀκούσει τὴν ἀνάσα σου μὰ σὺ μὲ τὸ βαρύ σου περπάτημα μὲς στὴν ἀγέρωχη φύση θὰ φτάσεις μία μέρα στὰ φύλλα τῆς βερυκοκιᾶς θ᾿ ἀνέβεις στὰ λυγερὰ κορμιὰ τῶν μικρῶν σπάρτων καὶ θὰ κυλήσεις ἀπὸ τὰ μάτια μιᾶς ἀγαπητικιᾶς σὰν ἐφηβικὸ φεγγάρι. Ὑπάρχει μία πέτρα ἀθάνατη ποὺ κάποτε περαστικὸς ἕνας ἀνθρώπινος ἄγγελος ἔγραψε τ᾿ ὄνομά του ἐπάνω της κι ἕνα τραγούδι ποὺ δὲν τὸ ξέρει ἀκόμα κανεὶς οὔτε τὰ πιὸ τρελὰ παιδιὰ οὔτε τὰ πιὸ σοφὰ τ᾿ ἀηδόνια. Εἶναι κλεισμένη τώρα σὲ μιὰ σπηλιὰ τοῦ βουνοῦ Ντέβι μέσα στὶς λαγκαδιὲς καὶ στὰ φαράγγια τῆς πατρικῆς μου γῆς μὰ ὅταν ἀνοίξει κάποτε καὶ τιναχτεῖ ἐνάντια στὴ φθορὰ καὶ στὸ χρόνο αὐτὸ τὸ ἀγγελικὸ τραγούδι θὰ πάψει ξαφνικὰ ἡ βροχὴ καὶ θὰ στεγνώσουν οἱ λάσπες τὰ χιόνια θὰ λιώσουν στὰ βουνὰ θὰ κελαηδήσει ὁ ἄνεμος τὰ χελιδόνια θ᾿ ἀναστηθοῦν οἱ λυγαριὲς θὰ ριγήσουν κι οἱ ἄνθρωποι μὲ τὰ κρύα μάτια καὶ τὰ χλωμὰ πρόσωπα ὅταν ἀκούσουν τὶς καμπάνες νὰ χτυπᾶν μέσα στὰ ραγισμένα καμπαναριὰ μοναχές τους θὰ βροῦν καπέλα γιορτινὰ νὰ φορέσουν καὶ φιόγκους φανταχτεροὺς νὰ δέσουν στὰ παπούτσια τους. Γιατὶ τότε κανεὶς δὲ θ᾿ ἀστιεύεται πιὰ τὸ αἷμα τῶν ρυακιῶν θὰ ξεχειλίσει τὰ ζῷα θὰ κόψουν τὰ χαλινάρια τους στὰ παχνιὰ τὸ χόρτο θὰ πρασινίσει στοὺς στάβλους στὰ κεραμίδια θὰ πεταχτοῦν ὁλόχλωρες παπαροῦνες καὶ μάηδες καὶ σ᾿ ὅλα τὰ σταυροδρόμια θ᾿ ἀνάψουν κόκκινες φωτιὲς τὰ μεσάνυχτα. Τότε θὰ ῾ρθοῦν σιγὰ-σιγὰ τὰ φοβισμένα κορίτσια γιὰ νὰ πετάξουν τὸ τελευταῖο τους ροῦχο στὴ φωτιὰ κι ὁλόγυμνα θὰ χορέψουν τριγύρω της ὅπως τὴν ἐποχὴ ἀκριβῶς ποὺ εἴμασταν κι ἐμεῖς νέοι κι ἄνοιγε ἕνα παράθυρο τὴν αὐγὴ γιὰ νὰ φυτρώσει στὸ στῆθος τους ἕνα φλογάτο γαρύφαλο. Παιδιὰ ἴσως ἡ μνήμη τῶν προγόνων νὰ εἶναι βαθύτερη παρηγοριὰ καὶ πιὸ πολύτιμη συντροφιὰ ἀπὸ μία χούφτα ροδόσταμο καὶ τὸ μεθύσι τῆς ὀμορφιᾶς τίποτε διαφορετικὸ ἀπὸ τὴν κοιμισμένη τριανταφυλλιά του Εὐρώτα. Καληνύχτα λοιπὸν βλέπω σωροὺς πεφτάστερα νὰ σᾶς λικνίζουν τὰ ὄνειρα μὰ ἐγὼ κρατῶ στὰ δάχτυλά μου τὴ μουσικὴ γιὰ μία καλύτερη μέρα. Οἱ ταξιδιῶτες τῶν Ἰνδιῶν ξέρουνε περισσότερα νὰ σᾶς ποῦν ἀπ᾿ τοὺς Βυζαντινοὺς χρονογράφους.

O ἄνθρωπος κατὰ τὸν ροῦν τῆς μυστηριώδους ζωῆς του
Κατέλιπεν εἰς τοὺς ἀπογόνους του δείγματα πολλαπλᾶ καὶ ἀντάξια τῆς ἀθανάτου καταγωγῆς του
Ὅπως ἐπίσης κατέλιπεν ἴχνη τῶν ἐρειπίων τοῦ λυκαυγοῦς χιονοστιβάδας οὐρανίων ἑρπετῶν χαρταετοὺς ἀδάμαντας καὶ βλέμματα ὑακίνθων
Ἐν μέσῳ ἀναστεναγμῶν δακρύων πείνης οἰμωγῶν καὶ τέφρας ὑπογείων φρεάτων.

Πόσο πολὺ σὲ ἀγάπησα ἐγὼ μονάχα τὸ ξέρω
Ἐγὼ ποὺ κάποτε σ᾿ ἄγγιξα μὲ τὰ μάτια τῆς πούλιας
Καὶ μὲ τὴ χαίτη τοῦ φεγγαριοῦ σ᾿ ἀγκάλιασα καὶ χορέψαμε μὲς στοὺς καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στὴ θερισμένη καλαμιὰ καὶ φάγαμε μαζὶ τὸ κομένο τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη θάλασσα μὲ τόσα βότσαλα τριγύρω στὸ λαιμὸ τόσα χρωματιστὰ πετράδια στὰ μαλλιά σου.

Ἕνα καράβι μπαίνει στὸ γιαλὸ ἕνα μαγγανοπήγαδο σκουριασμένο βογγάει
Μιὰ τούφα γαλανὸς καπνὸς μὲς στὸ τριανταφυλλὶ τοῦ ὁρίζοντα
Ἴδιος μὲ τὴ φτερούγα τοῦ γερανοῦ ποὺ σπαράζει
Στρατιὲς χελιδονιῶν περιμένουνε νὰ ποῦν στοὺς ἀντρειωμένους τὸ καλωσόρισες
Μπράτσα σηκώνουνται γυμνὰ μὲ χαραγμένες ἄγκυρες στὴ μασχάλη
Μπερδεύουνται κραυγὲς παιδιῶν μὲ τὸ κελάδημα τοῦ πουνέντε
Μέλισσες μπαινοβγαίνουνε μὲς στὰ ρουθούνια τῶν ἀγελάδων
Μαντήλια καλαματιανὰ κυματίζουνε
Καὶ μία καμπάνα μακρινὴ βάφει τὸν οὐρανὸ μὲ λουλάκι
Σὰν τὴ φωνὴ κάποιου σήμαντρου ποὺ ταξιδεύει μέσα στ᾿ ἀστέρια
Τόσους αἰῶνες φευγάτο
Ἀπὸ τῶν Γότθων τὴν ψυχὴ κι ἀπὸ τοὺς τρούλλους τῆς Βαλτιμόρης
Κι ἀπ᾿ τὴ χαμένη Ἁγια-Σοφιὰ τὸ μέγα μοναστήρι.
Μὰ πάνω στ᾿ ἀψηλὰ βουνὰ ποιοὶ νά ῾ναι αὐτοὶ ποὺ κοιτᾶνε
Μὲ τὴν ἀκύμαντη ματιὰ καὶ τὸ γαλήνιο πρόσωπο;
Ποιᾶς πυρκαγιᾶς νά ῾ναι ἀντίλαλος αὐτὸς ὁ κουρνιαχτὸς στὸν ἀγέρα;
Μήνα ὁ Καλύβας πολεμάει μήνα ὁ Λεβεντογιάννης;
Μήπως ἀμάχη ἐπιάσανεν οἱ Γερμανοὶ μὲ τοὺς Μανιάτες;
Οὐδ᾿ ὁ Καλύβας πολεμάει κι οὐδ᾿ ὁ Λεβεντογιάννης
Οὔτε κι ἀμάχη ἐπιάσανεν οἱ Γερμανοὶ μὲ τοὺς Μανιάτες.
Πύργοι φυλᾶνε σιωπηλοὶ μία στοιχειωμένη πριγκίπισσα
Κορφὲς κυπαρισσιῶν συντροφεύουνε μία πεθαμένη ἀνεμώνη
Τσοπαναρέοι ἀτάραχοι μ᾿ ἕνα καλάμι φλαμουριᾶς λένε τὸ πρωινό τους τραγούδι
Ἕνας ἀνόητος κυνηγὸς ρίχνει μία ντουφεκιὰ στὰ τρυγόνια
Κι ἕνας παλιὸς ἀνεμόμυλος λησμονημένος ἀπ᾿ ὅλους
Μὲ μία βελόνα δελφινιοῦ ράβει τὰ σάπια του πανιὰ μοναχός του
Καὶ κατεβαίνει ἀπ᾿ τὶς πλαγιὲς μὲ τὸν καράγιαλη πρίμα
Ὅπως κατέβαινε ὁ Ἄδωνις στὰ μονοπάτια τοῦ Χελμοῦ νὰ πεῖ μία καλησπέρα τῆς Γκόλφως.

Χρόνια καὶ χρόνια πάλεψα μὲ τὸ μελάνι καὶ τὸ σφυρὶ βασανισμένη καρδιά μου
Μὲ τὸ χρυσάφι καὶ τὴ φωτιὰ γιὰ νὰ σοῦ κάμω ἕνα κέντημα
Ἕνα ζουμπούλι πορτοκαλιᾶς
Μίαν ἀνθισμένη κυδωνιὰ νὰ σὲ παρηγορήσω
Ἐγὼ ποὺ κάποτε σ᾿ ἄγγιξα μὲ τὰ μάτια τῆς πούλιας
Καὶ μὲ τὴ χαίτη τοῦ φεγγαριοῦ σ᾿ ἀγκάλιασα καὶ χορέψαμε μὲς στοὺς καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στὴ θερισμένη καλαμιὰ καὶ φάγαμε μαζὶ τὸ κομένο τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη μοναξιὰ μὲ τόσα βότσαλα τριγύρω στὸ λαιμὸ τόσα χρωματιστὰ πετράδια στὰ μαλλιά σου.