Κυριακή, 23 Μαρτίου 2008

ΕΝΑΣ ΗΡΩΑΣ

Πλησιάζει η 25 Μαρτίου και καλό είναι να διαβάσουμε λίγο την ιστορία μας, και να δούμε πως οι Ελληνες κάποτε δώσανε την ζωή τους για να μπορούμε τώρα εμείς να ξεπουλάμε ότ,ι μας κληροδότησαν.......


Ο γιος της καλογριάς
Ένας από τους σπουδαιότερους αρχιστράτηγους της Ελληνικής Επανάστασης που έδρασε στην περιοχή των Αγράφων και της Ευρυτανίας και γενικότερα της Στερεάς, ήταν και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης. (1782-1827). Γεννήθηκε στο Μαυρομάτι Καρδίτσας. Η μητέρα του ήταν ανιψιά του περίφημου κλεφταρματολού της ʼρτας Γώγου Μπακόλα. Πατέρας του θεωρείται ο γνωστός αρματολός Καραϊσκος. Από μικρός, έρμαιο της τύχης, έζησε μια ζωή γεμάτη στερήσεις και κακομοιριά, γι' αυτο έγινε δύστροπος και καβγατζής, ατίθασος και νευρικός. Δεν υπολόγιζε κανέναν και έκανε πάντα ό,τι ήθελε. Τα πρώτα του νεανικά χρόνια τα πέρασε στα Τζουμέρκα και στα ʼγραφα γιδοβοσκός, λεύτερος, μακριά από τη φοβέρα του Τούρκου.
Μια μέρα, αποσπάσματα Τουρκαλβανών του Αλή τον έπιασαν και τον έριξαν στις φυλακές. Εκεί άρχισε να μορφώνεται και να μαθαίνει πράγματα που ως τότε δεν ήξερε. Μια μέρα έμαθε γι’ αυτόν ο τύραννος της Ηπείρου, τον αποφυλάκισε και τον πήρε στην υπηρεσία του. Τον πρόσεχε σε κάθε βήμα. Γρήγορα όμως διαπίστωσε πως ήταν έξυπνος, με πρωτοβουλία και του ανέθεσε δύσκολες δουλειές. Εκεί ο Καραϊσκάκης παντρεύτηκε κι απέκτησε την πρώτη κόρη του. Ο ευθύς χαρακτήρας του όμως και η τιμιότητα του τον έκαναν να επαναστατήσει εναντίον της απανθρωπιάς του αφέντη του. Έφυγε λοιπόν στα βουνά και εντάχτηκε στην ομάδα των κλεφτών του Κατσαντώνη. Πολλές φορές βοήθησε τον πρώην αφέντη του, αλλά κι επανειλημμένα βρέθηκε αντιμέτωπός του. Ο πόθος του ήταν ναι το αρματολίκι των Αγράφων.
Στο μεταξύ είχε γίνει μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Παρ όλα αυτά στην πρώτη περίοδο του Αγώνα προσπάθησε να μην έρθει σε ανοιχτή ρήξη με τους Τούρκους. Με διάφορα τεχνάσματα κρατούσε μακριά από την περιοχή του τον τούρκικο στρατό. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση, για την οποία μάλιστα κατηγορήθηκε και ως προδότης.
Στο μοναστήρι του Προυσού πεσμένος στο κρεβάτι απ' τη φυματίωση κατά το 1823 ο Καραϊσκάκης παροτρύνθηκε από κάποιο καλόγερο να τάξει στην Προυσιώτισσα ένα δώρο για να γίνει καλά.
Τι να δώσω ορέ!... Δεν έχω τίποτε άλλο απ' το μουλάρι μου και το τάζω, είπε χαμογελώντας πικραμένα. Αφού βελτιώθηκε κάπως η υγεία του και του έπεσε ο πυρετός έδεσε το μουλάρι απ' την πόρτα της εκκλησίας χάρισμα στην Παναγία κι όπως' πάντα είπε τ' αστείο του:
«Που νά' ξερα εγώ Παναγιά μ' πως ήθελες του μπλάρι μ' για να με γιάν'ς τόσο καιρό».
Η δίκη του Καραϊσκάκη για προδοσία έγινε στο Μεσολόγγι από την 1 με 2 Απριλίου 1824. Το κατηγορητήριο στηρίχθηκε στις καταθέσεις του ψευδομάρτυρα Κ. Βουλπιώτη, ανθρώπου του Γιαννάκη Ράγκου και κατά συνέπεια οργάνου του Μαυροκορδάτου. Κύριο στοιχείο της κατηγορίας ήταν ότι ο Καραϊσκάκης είχε έρθει σε συνεννοήσεις με τον Όμέρ Βρυώνη, γεγονός πού συνδέθηκε με την αντίδραση του Καραϊσκάκη προς μια μελετούμενη επιχείρηση εναντίον της ʼρτας και μια τυχαία σύγκρουση του Καραϊσκάκη με τους κυβερνητικούς στο Μεσολόγγι, πού παρ’ ολίγο να συνοδευθεί από θλιβερές συνέπειες. Οι συνεννοήσεις του Καραϊσκάκη με τον Όμέρ Βρυώνη υπήρξαν ένα πραγματικό γεγονός, αλλά δεν είναι δυνατό με κανένα τρόπο να χαρακτηρισθούν ως προδοσία. Αποσκοπούσαν να κερδηθεί ή υποστήριξη του Αλβανού πασά, ώστε να επιτευχθεί ή ανάληψη του αρματολικιού των ʼγραφων πού κατείχε ο μαυροκορδατικός Ράγκος, από τον Καραϊσκάκη και επεκτάθηκαν στο θέμα μιας γενικότερης ελληνοαλβανικής συμμαχίας. Ο Μαυροκορδάτος πληροφορήθηκε από τον Καραϊσκάκη τις διαθέσεις του Βρυώνη για συμμαχία κι άρχισε μάλιστα μαζί του μυστική αλληλογραφία. Το να μπλέξει το όνομα του Βρυώνη ο Μαυροκορδάτος στη δίκη δεν κρίνεται ως πράξη εύστοχη.
Οι επικοινωνίες με τους Τούρκους για να εξασφαλισθεί ένα αρματολίκι δεν είναι κάτι καινοφανές για την εποχή. Ο Ράγκος, άνθρωπος του Μαυροκορδάτου, για να κατοχυρώσει τη θέση του στ' ʼγραφα δε διστάζει να έρθει σε συνεννοήσεις με τον Αλβανό Σούλτζε Κόρτζα, πράγμα για το όποιο δε δικάστηκε βέβαια. Ο Καραϊσκάκης για ν’ αντιμετωπίσει την άρνηση της Κυβέρνησης απευθύνθηκε στον εχθρό του Σούλτζε Κόρτζα ΌμέρΒρυόνη, χωρίς όμως οι συνεννοήσεις αυτές ν' αποτελούν προδοσία.
Η ιδέα που σχημάτισαν οι αμερόληπτοι ήταν ότι «ο Καραϊσκάκης επεθύμει να κατασταθεί εις ʼγραφα. Βλέπων δε ότι δια της Διοικήσεως δεν ηδύνατο να το κατορθώσει, διότι πλησίον αυτής υπερίσχυε το κόμμα των εναντίων του, επροσπάθησε να το κατορθώσει δι΄ όπλων. αλλά επειδή ο τότε αρχηγός της επαρχίας των Αγράφων Ράγκος, ήταν σύμφωνος με τον Σούλτσην Κόρτσαν, διοικητήν των Τρικάλων και ήτο βέβαιον ότι ήθελε λάβει συνδρομήν παρ’ αυτού εις πάσαν ανάγκην, ο Καραϊσκάκης εσχεδίασε να καταφύγη εις τον Ομέρ Βρυώνην, όντα εχθρόν του Σούλτση Κόρτσα, δια να λάβη συνδρομήν παρ’ αυτού, ώστε να φέρη τον σκοπόν του εις έκβασιν. Τοιαύτας ανταποκρίσεις και μυστικάς συνομιλίας μετά των Αλβανών δεν έκαμεν ούτε μόνος ούτε πρώτος. Πολλοί εκ των Αλβανών υπέθαλπον και εκαλλιέργουν τοιάυτας δια να ωφελούνται δι’ αυτών εις τας παρά του Σουλτάνου επιφερομένας κατ’ αυτών επιδρομάς και εις τας μεταξύ των έριδας»: Δ. Αινιάνος, «Η βιογραφία του στρατηγού Καραϊσκάκη»
Το δικαστήριο, πού δεν ξέφυγε από την επιρροή του Μαυροκορδάτου, κήρυξε ένοχο τον Καραϊσκάκη, μολονότι έτσι εκτιθόταν ανεπανόρθωτα, γιατί το κατηγορητήριο είχε αποδειχτεί ψευδέστατο και προετοιμασμένο. Χαρακτηριστικό είναι πώς ή καταδικαστική απόφαση δε δημοσιεύθηκε, και στον τόπο της μπήκε στα «Ελληνικά Χρονικά μια αποκήρυξη του Καραϊσκάκη χρονολογημένη από 2/4/1824, όπου ανάμεσα στ' άλλα γράφονται και τα εξής: «ο Καραϊσκάκης είχε κρυφήν ανταπόκοισιν με τους εχθρούς της πίστεως και της πατρίδος…. από τον Ομέρ πασάν εζήτησε μπουγιουρντί δια να γίνει καπετάνιος των Αγράφων…. υπόσχετο εις τον εχθρόν να πιάσει την Τατάραιναν (το μοναστήρι της Τατάρνας) με χιλίους στρατιώτας και ευμβούλευε να έβγη ο αποστάτης Βαρνακιώτης μαζί με χιλίους εις το Ξηρόμερον… «υπέσχετο εις τον εχθρόν να τραβήξη προς εαυτόν στρατηγούς και χιλιάρχους Έλληνας εναντίον της πατρίδος….» (Ελληνικά Χρονικά,).
Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος χαρακτηρίζει την αποκήρυξη σαν πράξη «καθαρώς διοικητικήν, ης το περιεχόμενον κατ' ουδένα δύναται να χαρακτηρισθεί ως δικαστική απόδειξις της περί εσχάτης προδοσίας ενοχής του Γεωργίου Καραϊσκάκη». Κι ο Κασομούλης θα ομολογήσει ότι μολονότι υπήρξε «ο μεγαλύτερος εχθρός του Καραϊσκάκη… πλην το συνειδός μου μ' ετυπτεν ότι δεδομένα καταδίκης δεν είχαμεν..». Ύστερα από συμπλοκές στ' ʼγραφα με το Ράγκο ο Καραϊσκάκης έκαμε χρήση της περικοπής της αποκήρυξής του που μιλούσε για συγγνώμη κ' έστειλε στις 27/5/1824 ένα γράμμα στο Μαυροκορδάτο, όπου το ρουμελιώτικο χιούμορ βρίσκεται σε μια από τις ευτυχέστερες στιγμές του: «έμένα η κακή τύχη μου και αρρώστησα οπίσω. Δεν ηξεύρω κιόλα από τα κρύα τα πολλά ήταν ή από τους αφορισμούς όπου μου εκάμετε, και σας παρακαλώ να με συγχωρέσει η Διοίκησις και όλοι οι χριστιανοί και να μου σταλεί και μια ευχή συγχωρητική παρά του αρχιερέως..». Τελικά ο Καραϊσκάκης πέρασε στο Ναύπλιο, οπού παρά τις αντενέργειες του Μαυροκορδάτου κατόρθωσε τελικά να αποκατασταθεί και να γίνει αρματολός στο μισό τμήμα των ʼγραφων.
Τις άδικες κατηγορίες εναντίον του Καραϊσκάκη, καυτηριάζει και ο Μακρυγιάννης στα «Απομνημονεύματά» του.
Ο Εκλαμπρότατος Μαυροκορδάτος ήταν σύνφωνος κι αυτός, ο Φαναριώτης, εις το σκέδιον του να ξεκάμουν τους στρατιωτικούς. Το ‘βαλε κι αυτός σ’ ενέργεια ευτύς, άμα ήρθε στο Μισολόγγι, χωρίς να χάσει καιρόν. Ηύρε πρόφαση η Εκλαμπρότη του εις το Μισολλόγγι, ότι ο Καραϊσκάκης αγρικήθη με τους Τούρκους. Έβαλε ανθρώπους δικούς του, τους έκαμε κριτάς να τον περάσουνε από το κανάλι της δικαιοσύνης του, να τον σκοτώσουνε. Τον κρίναν και τον είχαν χαζίρι, κι' αν δεν τον γλίτωναν οι σύντροφοι του, θα τον σκότωναν. Ακούτε, εσείς; Ο Καραϊσκάκης, από δέκα χρονώ παιδί κλέφτης, θα γύριζε με τους Τούρκους, όπου τους σκότωνε μέσα τους λόγκους και περπάταγε ξυπόλυτος από μικρό παιδί δια την λευτεριά. Ο Εκλαμπρότατος, το ζυμάρι των Τούρκων, ο δουλευτής αυτήνων, των Τούρκων, ο Μαυροκορδάτος, ο αγαπημένος των τυράγνων, κατάτρεχε τον Καραϊσκάκη να τον καταδικάση εις θάνατον! Χαζίρι τ' αργαλεία της δικαιοσύνης του και της αρετής του να τον πάνε εις τον ʼδη, αφού γλίτωσε από τόσες πληγές και δυστυχίες όπου υπόφερε δι’ αύτήνη την πατρίδα. του ΜαυρΣκότωμα τον Καραϊσκάκη, ότι δεν είναι κόλακας του Μαυροκορδάτου, δεν είναι ποταπός καθώς εκείνοι όπου τον κολακεύουν.
Εσύ, Εκλαμπρότατε, από τον καιρόν οπού κόπιασες όλο νέα πράματα ήφερες εις την πατρίδα. Διαίρεσιν αναμεταξύ μας δεν είχαμε, φατρίαν μας ήφερες, νέον φρούτο σ’ εμάς τους Έλληνες, παραλυσίαν κι' άφανισμόν. Αν ‘πιτύχαινες να σκοτώσης τον Καραϊσκάκη, πού θα τον βρίσκαμε όταν ή Ρούμελη γιόμωσε Τουρκιά και προσκύνησαν όλοι από την καλή σας κυβέρνησιν κι’ αρετή, όπου δείξετε εις την πατρίδα όλοι εσείς οι πολιτικοί;
Μετά όμως από την ηρωική έξοδο του Μεσολογγίου έγινε άλλος άνθρωπος. ʼφησε κατά μέρος τις διαφορές του με το Μαυροκορδάτο και έδωσε νέα κατεύθυνση στις σκέψεις και στις πράξεις του. Από τότε παρουσιάζεται ως πρότυπο πειθαρχίας και αυτοθυσίας. Η κυβέρνηση Ζαΐμη τον διόρισε αρχιστράτηγο στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα.
Ο Κιουταχής, περνώντας από την Αττική (13 Αυγούστου 1826), κατέλαβε την Αθήνα κι άρχισε την πολιορκία της Ακρόπολης. Η κυβέρνηση ήθελε να κρατήσει με κάθε μέσο την Ακρόπολη γιατί είχε πληροφορίες πως αν αυτή έπεφτε, η Αθήνα δε θα περιλαμβανόταν στο Ελληνικό Κράτος. Στην κρίσιμη αυτή περίοδο φάνηκε η μεγάλη αξία του Καραϊσκάκη. Έγινε ο πιο υπολογίσιμος αντίπαλος του Κιουταχή. Στην Ελευσίνα οργάνωσαν το στρατόπεδο των Ελλήνων ο Καραϊσκάκης κι ο Φαβιέρος. Ύστερα όμως από μια διαφωνία, ο Φαβιέρος αποχώρησε κι ο Καραϊσκάκης, μόνος του, πήρε την πρωτοβουλία της διεξαγωγής του πολέμου. Τότε σκέφτηκε να αποκόψει τη συγκοινωνία του εχθρού με τη Θεσσαλία και να εγκαταστήσει σειρά από φυλάκια στα νώτα του από τον Κορινθιακο κόλπο ως το στενό της Εύβοιας.
Για το σκοπό αυτόν αποβιβάστηκε στην Αταλάντη ο Κωλέτης κι ο Καραϊσκάκης πήγε στη Δόμβραινα του Ελικώνα να καταστρέψει τα οχυρά των Τούρκων που διασφάλιζαν τη συγκοινωνία με τη Θεσσαλία. Ο Κωλέτης νικήθηκε από τον εμπειροπόλεμο στρατό του Μουσταφάμπεη κι ο Καραϊσκάκης δεν πέτυχε τίποτα. Τότε σκέφτηκε να στραφεί κατά των Αλβανών του Μουσταφάμπεη. Πραγματικά, ύστερα από λίγο, έφυγε για την Αράχοβα και απέκλεισε τους Τουρκαλβανούς στην πόλη. Τη νύχτα της 24 Νοεμβρίου 1826 οι εχθροί, πανικόβλητοι, άρχισαν ν’ ανεβαίνουν στα επικίνδυνα και χιονισμένα μονοπάτια. Εκεί τους περίμενε κι ο Καραϊσκάκης. Στη σύγκρουση, από 2.000 άντρες, σώθηκαν μόνο 300. Ο ίδιος ο Μουσταφάμπεης σκοτώθηκε. Ύστερα από τρεις μήνες, οι Τούρκοι επιτέθηκαν στο οχυρωμένο από τον Καραϊσκάκη Δίστομο, αλλά αποκρούστηκαν και υποχώρησαν άτακτα. Τα κατορθώματα αυτά έδωσαν μεγάλο θάρρος στους επαναστάτες κι ο αρχιστράτηγος έγινε το είδωλο των Ελλήνων. Ύστερα από διαταγή της κυβέρνησης εγκατέστησε το στρατόπεδο του στο Κερατσίνι, δυτικά του Πειραιά. Η ανάμειξη όμως των πολιτικών και η επέμβαση των ξένων στρατιωτικών έβλαψαν το σχέδιο του και οδήγησαν στην καταστροφή την ελληνική επιχείρηση.
Ο Καραϊσκάκης ήταν υπέρ του αποκλεισμού του εχθρού. Οι ξένοι όμως Τζορτζ και Κόχραν έπεισαν την κυβέρνηση για μια άμεση αναμέτρηση. Η 23η Απριλίου ορίστηκε σαν ημέρα της επίθεσης. Την παραμονή όμως, σε κάποια συμπλοκή, πληγώθηκε θανάσιμα ο γενναίος αρχιστράτηγος και μεταφέρθηκε αμέσως στο πλοίο του Τζορτζ. Πέθανε την άλλη μέρα.
Ο Μακρυγιάννης περιγράφει τις τελευταίες ώρες του ήρωα ως εξής:
«Ο Καραϊσκάκης ήταν άρρωστος. Με φωνάζει και μου λέγει να ειπώ του Αρχιστράτηγου και του Ναυάρχου το σκέδιον και να λάβω από τον Ναύαρχον τα τζαπιά και φκυάρια, οπούταν μέσα εις το καράβι του, κι' αυτά να τα μεράσω είς τους αρχηγούς όπου θα πάμεν από τους Τρεις Πύργους. Και το σκέδιον ήταν να δώσω του κάθε ενού οδηγού κι από 'ναν Αθηναίον να ξέρη τις θέσες. Από τους Τρεις Πύργους ως τον Ανάλατον να γίνουν — από την θάλασσα κι ως εκεί — έντεκα ταμπούρια στο μπροστινό να είναι χίλιοι άνθρωποι μέσα. Πήγα αντάμωσα τον Κοκράν και Τζούρτζη και είπα τα σκέδια και να ετοιμάσουν και τα καράβια δια όσους θα πάμεν από τους Τρεις Πύργους — σουρουπώνοντας να βαρκαριστούμεν. Πήρα τα τζαπιά και φκυάρια και τα ‘δινα του κάθε οδηγού της θέσης κι αρχηγού. Τελειώνοντας από αυτά, ακώ έναν πόλεμον. Πηγαίνομε, τηράμε, πλησίον εις το Γλυκό Νερό ήταν ένα ταμπούρι Τούρκικον κι εκεί πήγαν κάτι μεθυσμένοι νησιώτες και Κρητικοί, πιάσαν τον πόλεμον. Συνάχτη το περισσότερον στράτεμα. Εκεί οπού πήγαμεν να σβέσωμεν τον πόλεμον, ότι θα κάναμεν το κίνημα το βράδυ, πλάκωσαν και Τούρκοι περισσότεροι πεζούρα και καβαλαρία. ʼναψε ο πόλεμος πολύ. Ήρθε κι' ο Καραϊσκάκης. Τότε του λέγω «Σύρε οπίσου να πάψη ο πόλεμος, ότι το βράδυ θα κινηθούμεν.— Μου λέγει, στάσου αυτού με τους ανθρώπους κι' εγώ φέγω». Τότε σε ολίγον μαθαίνω ότι βαρέθη ο Καραϊσκάκης. Πάγω εκεί μαζευόμαστε, τηράμεν. Ήτανε βαρεμένος είς τ’ ασκέλι παραπάνου εις τα φτενά. Μαζωχτήκαμεν όλοι εκεί. Μας είπε με χωρατά: «Εγώ πεθαίνω. Όμως εσείς να είστε μονοιασμένοι και να βαστήξετε την πατρίδα». Τον πήγαν εις το καράβι. Την νύχτα τελείωσε και τον πήγαν εις την Κούλουρη και τον τάφιασαν.»
Ο θάνατός του συγκίνησε τον απλό ελληνικό λαό, που είχε εμπιστοσύνη στην ικανότητα και στην παλικαριά του Καραϊσκάκη. Η είδηση του ξαφνικού θανάτου του Έλληνα στρατάρχη τάραξε πολύ και την κυβέρνηση. Ο νεκρός του Καραϊσκάκη μεταφέρθηκε στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου. Η μέρα εκείνη ήταν μέρα γενικού πένθους. Ύστερα από δυο μέρες η επιχείρηση των Ελλήνων στο Φάληρο πνίγηκε στο αίμα. Το γεγονός αυτό δείχνει το στρατηγικό μυαλό και τη διορατικότητα του Καραϊσκάκη