Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014

Αξιον Εστί

Ο Οδυσσέας Ελύτης εξηγεί πως έγραψε το Αξιον Εστί !

«Οσο κι αν μπορεί να φανεί παράξενο, την αρχική αφορμή να γράψω το ποίημα μου την έδωσε η διαμονή μου στην Ευρώπη τα χρόνια του '48 με '51. Ηταν τα φοβερά χρόνια όπου όλα τα δεινά μαζί - πόλεμος, κατοχή, κίνημα, εμφύλιος - δεν είχανε αφήσει πέτρα πάνω στη πέτρα. Θυμάμαι την μέρα που κατέβαινα να μπω στο αεροπλάνο, ένα τσούρμο παιδιά που παίζανε σε ένα ανοιχτό οικόπεδο. Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και βάλθηκα να τα παρατηρώ. Ητανε κυριολεκτικά μες τα κουρέλια. Χλωμά, βρώμικα, σκελετωμένα με γόνατα παραμορφωμένα, με ρουφηγμένα πρόσωπα. Τριγυρίζανε μέσα στις τσουκνίδες του οικοπέδου ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που έπαιρνα από την Ελλάδα. Και αυτή, σκεπτόμουνα, ήταν η μοιρα του Γένους που ακολούθησε το δρόμο της Αρετής και πάλαιψε αιώνες για να υπάρξει. Πριν περάσουν 24 ώρες περιδιάβαζα στο Ουσί της Λωζάννης, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη. Και ξαφνικά άκουσα καλπασμούς και χαρούμενες φωνές. Ηταν τα Ελβετόπαιδα που έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία. Αυτά που από πέντε γενεές και πλέον, δεν ήξεραν τι θα πει αγώνας, πείνα, θυσία. Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκηπόπουλα, με συνοδούς που φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ' άφησαν σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση.
Ητανε δέος μπροστά στην τρομακτική αντίθεση, συντριβή μπροστά στην τόση αδικία, μια διάθεση να κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να διαμαρτυρηθείς και να φωνάξεις. Ητανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου - η πρώτη ήτανε στην Αλβανία - που έβγαινα από το ατόμό μου, και αισθανόμουν όχι απλά και μόνο αλληλέγγυος, αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά με τη φυλή μου. Και το σύμπλεγμα κατωτερότητας που ένιωθα, μεγάλωσε φτάνοντας στο Παρίσι. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από το τέλος του πολέμου και τα πράγματα ήταν ακόμη μουδιασμένα. Όμως τι πλούτος και τι καλοπέραση μπροστά σε μας! Και τι μετρημένα δεινά επιτέλους μπροστά στα ατελείωτα τα δικά μας! Δυσαρεστημένοι ακόμα οι Γάλλοι που δεν μπορούσαν να 'χουν κάθε μέρα το μπιφτέκι και το φρέσκο τους βούτυρο, δυσανασχετούσανε. Υπάλληλοι, σωφέρ, γκαρσόνια, με κοιτάζανε βλοσυρά και μου λέγανε: εμείς περάσαμε πόλεμο Κύριε! Κι όταν καμμιά φορά τολμούσα να ψιθυρίσω ότι ήμουν Ελληνας κι ότι περάσαμε κι εμείς πόλεμο με κοιτάζανε παράξενα: α, κι εσείς έ; Καταλάβαινα ότι ήμασταν αγνοημένοι από παντού και τοποθετημένοι στην άκρη-άκρη ενός χάρτη απίθανου. Το σύμπλεγμα κατωτερότητας και η δεητική διάθεση με κυρίευαν πάλι. Ξυπνημένες μέσα παλαιές ενστικτώδεις διαθέσεις άρχισαν να αναδεύονται και να ξεκαθαρίζουν.Η παραμονή μου στην Ευρώπη με έκανε να βλέπω πιο καθαρά το δράμα του τόπου μας. Εκεί αναπηδούσε πιο ανάγλυφο το άδικο που κατάτρεχε τον ποιητή. Σιγά-σιγά αυτά τα δύο ταυτίστηκαν μέσα μου. Το επαναλαμβάνω, μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά έβλεπα καθαρά ότι η μοίρα της Ελλάδας ανάμεσα στα άλλα έθνη ήταν ότι και η μοιρα του ποιητή ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους - και βέβαια εννοώ τους ανθρώπους του χρήματος και της εξουσίας. Αυτό ήταν ο πρώτος σπινθήρας, ήταν το πρώτο εύρημα. Και η ανάγκη που ένιωθα για μια δέηση, μου 'δωσε ένα δεύτερο εύρημα. Να δώσω, δηλαδή, σ' αυτή τη διαμαρτυρία μου για το άδικο τη μορφή μιας εκκλησιαστικής λειτουργίας. Κι έτσι γεννήθηκε το «Αξιον Εστί».
Οδ. Ελύτης

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013

Νά‘ μουν τοῦ σταύλου ἕν' ἄχυρο /τοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ (χριστουγεννιάτικο ποίημα)

Νά‘ μουν τοῦ σταύλου ἕν' ἄχυρο /τοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ (χριστουγεννιάτικο ποίημα)

E-mailΕκτύπωσηPDF



Να ‘μουν του σταύλου έν' άχυρο, ένα φτωχό κομμάτι
την ώρα π' άνοιγ' ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι.
Να ιδώ την πρώτη του ματιά και το χαμόγελό του,

το στέμμα των ακτίνων του γύρω στο μέτωπό του.
Να λάμψω από τη λάμψη του κι' εγώ σαν διαμαντάκι
κι' από τη θεία του πνοή να γίνω λουλουδάκι.
Να μοσκοβοληθώ κι' εγώ από την ευωδία,
που άναψε στα πόδια του των Μάγων η λατρεία.
Να ‘μουν του σταύλου ένα άχυρο ένα φτωχό κομμάτι
την ώρα π' άνοιγ' ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι.

Το είπε...: Κωστής Παλαμάς

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2013

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ η τα χρονια μου που φυγανε...

Ο Αύγουστος

Ο Αύγουστος ελούζονταν μες στην αστροφεγγιά
Κι από τα γένια του έσταζαν άστρα και γιασεμιά
Αύγουστε μήνα και Θεέ σε σέναν ορκιζόμαστε
Πάλι του χρόνου να μας βρεις στο βράχο να φιλιόμαστε
Απ΄την Παρθένο στον Σκορπιό χρυσή κλωστή να ράψουμε


Κι έναν θαλασσινό σταυρό στη χάρη σου ν΄ανάψουμε
Ο Αύγουστος ελούζονταν μες στην αστροφεγγιά
Κι από τα γένια του έσταζαν άστρα και γιασεμιά.
       (Τα Ρω του Έρωτα, Ο. Ελύτης, εκδ. Ίκαρος)

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

ΤΟ 2013 ΕΤΟΣ ΚΑΒΑΦΗ.

ΤΟ ΑΠΟΛΕΙΠΕΙΝ Ο ΘΕΟΣ ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΚΩΝ/ΠΟΛΕΩΣ

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ


Χθές είχαμε τα 101 χρονια από την γέννηση του μεγάλου Ποιητή.


Τὸ Φωτόδεντρο καὶ ἡ δέκατη τέταρτη Ὀμορφιά
Μ’ ένα τίποτα έζησα
Μονάχα οι λέξεις δε μου αρκούσανε
Σ’ ενός περάσματος αέρα
ξεγνέθοντας απόκοσμη φωνή τ’ αυτιά μου
φχιά
φχιού φχιού
εσκαρφίστηκα τα μύρια όσα
Τι γυαλόπετρες φούχτες
τι καλάθια φρέσκες μέλισσες και σταμνιά φουσκωτά όπου
άκουγες ββββ να σου βροντάει ο αιχμάλωτος αέρας.
Κάτι
Κάτι δαιμονικό μα που να πιάνεται σαν σε δίχτυ στο σχήμα του Αρχαγγέλου
Παραλαλούσα κι έτρεχα
Έφτασα κι αποτύπωνα τα κύματα στην ακοή απ’ τη γλώσσα
-Ε καβάκια μαύρα, φώναζα, κι εσείς γαλάζια δέντρα τι ξέρετε από μένα;
-Θόη θόη θμος
- Ε; Τι;
- Αρίηω ηθύμως θμος
- Δεν άκουσα τι πράγμα;
- Θμος θμος άδυσος
Ώσπου τέλος ένιωσα
κι ας πα’να μ’ έλεγαν τρελό
πως από ΄να τίποτα γίνεται ο Παράδεισος.

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2009

Η ΔΟΥΛΕΙΑ

Χρήστος Λάσκαρης

Στὸ βιβλιοπωλεῖο

Φυλλομετρώνταςτὰ διηγήματα

τοῦ Βιζυηνοῦ
ποὺ ξανακυκλοφόρησαν,

νεαρὲ μὲ τὸ πέτσινο,

δὲν ξέρεις τί φυλλομετρᾶς.

Σὲ παρατηρῶ νὰ τὰ παρατᾶς

μὲ τὴν ἴδια ἄνεση

ποῦ τὰ πῆρες.

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2009

ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ


Αν δεν μου ’δινες την ποίηση, Κύριε


Αν δεν μου’ δινες την ποίηση,

Κύριε,δε θα ’χα τίποτα για να ζήσω.

Αυτά τα χωράφια δε θα ’ταν δικά μου.

Ενώ τώρα ευτύχησα να ’χω μηλιές,

να πετάξουνε κλώνους οι πέτρες μου,

να γιομίσουν οι φούχτες μου ήλιο,

η έρημός μου λαό,

τα περιβόλια μου αηδόνια.
(απόσπασμα)
Νικηφόρος Βρεττάκος


ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΤΙΝΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΖΕΙ.....

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2008

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ


Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμιμέσα από τα δάχτυλά μουχωρίς να πιώ ούτε μια στάλα.Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα.Ενα μικρό πεύκο στο κόκκινο χώμα,δεν έχω άλλη συντροφιά.Οτι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτιαπου ήταν καινούργια το περασμένο καλοκαίρικαι γκρέμισαν με τον αγέρα του φθινοπώρου.Συλλογή .. " Μυθιστόρημα"

ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ



ΣΚΟΠΙΑ
Κρατάμε μέσ' στα χέρια μας τα πρόσωπά μας Και βλέπουμε χρωματιστές εκτάσεις Οι σκέψεις μας γίνονται γεννιούνται Στην κάθε μας ματιά.
Δεν άνθησαν ματαίως τόσα θαύματα Η χάρη τους είναι ψηλή περιπλοκάδα Που σφίγγει τα μελλούμενα και την ζωή μας Μέσα στ' αστέρια.
ΡΙΠΗ
Σαράντα χρόνια και σαράντα πέντε μέρες
Πριν ανοιχθούν οι κάμποι και οργωθούν
Πριν αναβρύσουν εκ βαθέων οι σποράδες
Κ' οι κοραλλένιες συμπληγάδες των νησιών
Πριν γίνει μάτι η συσπείρωσις του σκότους
Κι αλλάξουν λέπια τα θαλάσσια ζωντανά
Βγήκες ορθή σχεδόν γυμνή κ' απροκαλύπτως
Εντός αφάνταστης στιγμής που μας γελούσε
Μικρή παιδίσκη καθώς ύδωρ μιας πηγής.

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2008

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

ΜΕΤΑΡΣΙΩΣΗ
Το πνεύμα μου, σαν ουρανός, σαν ωκεανός, σαν θάλασσα,

λύνεται απόψε στο άπειρο χωρίς να βρίσκει αναπαμό.

Τις ζώνες γύρω του έσπασε και ανατινάζεται θερμό το πνεύμα μου σαν ουρανός, σαν ωκεανός, σαν θάλασσα.
Σαν γαλαξίας απέραντος το σύμπαν σέρνω στο χορό.
'Hλιο τον ήλιο γκρέμισα,

θόλο το θόλο χάλασα, κι είμαι σαν μιαν απέραντη, πλατιά γαλάζια θάλασσα,

που οι στενοί πάνω μου ουρανοί

δε μου σκεπάζουν το νερό

Τρίτη 8 Ιουλίου 2008

Βαθμίδες


1.


Ήτανε όλο το πρωί σημαιοστολισμένο


και τραγουδούσα.


Ολοένα έρχονται πια σαν από ανώτατο δικαστήριο φωνές. Ψάχνω μάταια να βρω την αίθουσα πρέπει να μιλήσω σε τόσους φίλους με τα αιώνια τώρα μάτια. Κινείται ο δρόμος προς το μεσημέρι. 2. Αν είδατε τη μοναξιά ποτέ πίσω απ' το τζάμι να σας απειλεί μ' ένα μαχαίρι σιωπή που αργά θα σχίσει το δικό σας στήθος όπως φάντασμα την πόρτα περνά με γελαστά τα εξογκωμένα μήλα και να στέκει- θα με αγαπήσετε, είναι γυμνό σαρώθηκε αυτό το μεσημέρι. 3. Όλα κοστίζουν ένα παίξιμο. Πάρε μαζί σου τον έρωτα κ' εκείνα τα όνειρα έλα στην κάτω γειτονιά και πες: Κορόνα γράμματα εκεί που χάνεται η ψυχή να βυθιστείς. Θέλω ν' ακούσεις το μεγάλο μυστικό για πάντα πέφτει ο καρπός απ' το δέντρο. Εντούτοις εκεί που χάνεται ο δρόμος να τραβήξεις. Ό,τι να σε καλέσει δεν είναι για επιστροφή τα δάκρυα κι ο πόνος κοφτερός είναι μέσ' στο παιχνίδι. Όποιες φωνές ακούσεις μη σε παρασύρουν σφάξε τη μια ομορφιά να πιεί το αίμα η άλλη. Κορόνα γράμματα να παίξεις τις ώρες και τα χρόνια μόνος με τον έρημο αντίπαλο.

Παρασκευή 30 Μαΐου 2008

πεντε ποιηματα μες στο σκοταδι

Γυρίζει μόνος

στα χείλη του παντάνασσα σιωπή

συνέχεια των πουλιών τα μαλλιά του.

Ωχρός

με βουλιαγμένα όνειρα κι ανέγγιχτος

νερό τρεχάμενο στα ρείθρα, ωχρός

έλληνας.

Πάντα ο δρόμος μέσ' στα μάτια του

κ' η λάμψη απ' τη φωτιά

που καταλύει

τη νύχτα.

Γυρίζει μόνος

στα χέρια του κλαδί από ελιά

γεμάτος πόνο χάνεται στα δειλινά

αισθάνεταιπως όλα χάθηκαν.

Mην του μιλάτε είναι άνεργος

τα χέρια στις τσέπες του

σαν δυο χειροβομβίδες.

Mην του μιλάτε δε μιλούν στους καθρέφτες.

Άνθη της λεμονιάς

λουλούδια του ανέμου

στεφάνωσέ τον Άνοιξη

τον κλώθει ο θάνατος.